Διηγήματα

Οἱ Κανταραῖοι (1912)

Οἱ Κανταραῖοι (1912)

«Μήνυσις Ἰω. Δ. Κανταράκια, κατὰ Γ. Κ. Κανταράκια, ἐπὶ ἀγροζημίᾳ, ἐπιθέσει καὶ ἀπειλῇ». «Ἔγκλησις Ἀντ. Ι. Κανταράκια, κατὰ Β. Γ. Κανταράκια, ἐπὶ καταπατήσει ἀγροῦ, τραύματι, καὶ αἰκίαις». «Μήνυσις Κωνστ. Στ. Κανταράκια, κατὰ Ἀναστ. Στ. Κανταράκια, ἐπὶ διαταράξει οἰκιακῆς εἰρήνης, ἐξυβρίσει, καὶ ἀπειλῇ». Ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, καὶ πολλὰ ἄλλα ὁμοῦ, τὰ διεξήρχετο ὁ καπετὰν Γιῶργος ὁ Ζωραΐτης, πρῴην ναυτικός, ἐμποροπλοίαρχος, καὶ νῦν γραμματικὸς τοῦ χωρίου, τάουνκλερκ1, ὅπως λέγουν οἱ Ἄγγλοι, δηλαδὴ γραμματεὺς τῆς δημαρχίας, ἐπειδὴ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἡ ἀστυνομία ἦτο δημοτική, καὶ παρ᾿ αὐτῇ ἐγίνοντο αἱ ποινικαὶ καταγγελίαι. Καὶ χωρὶς νὰ προσέξῃ εἰς τὸ πλῆθος αὐτὸ τῶν Κανταραίων, οἵτινες εἶχον γίνει τόσον πολλοί (καθότι ἦτο ἐξῳκειωμένος μὲ τὴν πληθώραν ταύτην, καὶ δὲν τοῦ ἔκαμνεν ἐντύπωσιν) ἀνελογίζετο μόνον τὸ ἀτελείωτον αὐτὸ ζήτημα τῶν ἀγροζημιῶν, καὶ τῶν εὐθυνῶν καὶ διαπληκτισμῶν τῶν γενομένων ἕνεκα διαφορᾶς περὶ τὰ σύνορα ἀγρῶν, καὶ ἀκουσίως ἀνεπόλει τὸν Ἀλέξην τὸν Μπαρέκον, υἱὸν τοῦ Γιάννη Παρρήση, μεγαλοβοσκόν, μὲ ἀγέλην ὀκτακοσίων αἰγῶν, πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἀποθανόντα· αὐτὸς ἦτον ὁ μόνος ὅστις, ἅμα ἔβλεπε πὼς ἔχουν καταβοσκήσει κάπου εἰς ἀπηγορευμένον μέρος τὰ γίδια του χωρὶς μάρτυς νὰ τὸν ἴδῃ, εἰμὴ μόνος ὁ Θεὸς (ἀλλὰ μὲ τὴν ἰσχυρὰν πιθανότητα ὅτι αὐτὸς ἔμελλε νὰ γίνῃ ὕποπτος, καθὸ γείτων), πάραυτα ἔτρεχεν εἰς τὴν δημαρχίαν, ἐπαρουσίαζε πέντε ἑκατοστάρικα, κ᾿ ἔλεγε: «Νά, ἐκεῖ κ᾿ ἐκεῖ ἔκαμα ζημιά, στοῦ τάδε καὶ στοῦ τάδε· ἂς βάλουν “πραγματογνώμονας” νὰ τὰ ἐκτιμήσουν, καὶ νὰ συμβιβασθοῦμε. Ἂς μοιρασθοῦν αὐτά, κι ἂν τοὺς φανοῦν λίγα, ἐδῶ εἴμαστε».

Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, τὸν Ἀλέξην τὸν Μπαρέκον. Ἤμεθα εἰς τὸν γάμον του, τὸν Ἰούλιον τοῦ 1868. Ὁ θεῖός μου, δήμαρχος τότε, ὡς σύντεκνος, τὸν εἶχε στεφανώσει. Μεταξὺ τῶν καλεσμένων ἦτο καὶ ὁ ἰατρὸς τοῦ χωρίου μας, ὁ ἀλησμόνητος Βαυαρὸς Γουλιέλμος Βίλδ, καλός, ἀνοιχτόκαρδος, εἴρων, μὲ τὸ τσιμπούκι του, καὶ θαυμάσιος διὰ συναναστροφήν. Μαζί του ἦτον κ᾿ ἡ ἀνεψιά του, ἡ Κατερίνα Χιῶμμελ, τὴν ὁποίαν ὡς ἄκληρος εἶχεν υἱοθετήσει. Ἤρχετο ἀπὸ τὸ Ἀρσάκειον, ὅπου εἶχεν ἀρχίσει νὰ μαθητεύῃ ὡς ἐσωτερικὴ ἀπὸ δύο ἐτῶν, καὶ ἦτον χλωμή, ἁπλοϊκή, καὶ «γλυκόκαρδη», σουήτχαρτ*. Ἡ φτωχή, ποῖος τὸ ἤλπιζεν ὅτι ἔμελλε μετὰ τρία ἔτη νὰ λάβῃ τραγικὸν θάνατον, ἀπὸ τὰς ἰδίας της χεῖρας2, πρὶν γίνῃ ἀκόμη εἴκοσιν ἐτῶν;

*
* *

Λοιπὸν ὁ καπετὰν Γιῶργος ὁ Ζωραΐτης, ἐφυλλομέτρει τὰς διαφόρους μηνύσεις, τὰς μεταξὺ τόσων ὁμωνύμων, διὰ νὰ συντάξῃ τὰ «κλητήρια θεσπίσματα», καὶ τὰς κλήσεις τῶν μαρτύρων, ὅπως εἰσαχθῶσιν αἱ ὑποθέσεις εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον. Ἦτο μεγάλη φάρα, σχεδὸν κράτος ἐν κράτει, ὁλόκληρον φατρίαν καὶ φυλὴν ἀπετέλουν αὐτοὶ οἱ Κανταραῖοι. Εἶχον πληθυνθῆ τόσον ἀνὰ τὸ χωρίον, καὶ εἰς τοὺς κάμπους τῆς νήσου τοὺς δυσμικούς, ὅπου εἶχον ἀποκτήσει ἐκτεταμένα κτήματα, ἀγρούς, καὶ ἀμπελῶνας καὶ κήπους, καὶ εἶχον ὡς συνοικίαν ὁλόκληρον καλυβίων, ἀπὸ μίλι εἰς μίλι, ἀπὸ κάμπον εἰς ρεματιάν, καὶ ἀπὸ λόφον εἰς δάσος, εἰς ὅλας τὰς χλοερὰς τοποθεσίας τῆς μεσημβρινῆς ἀκτῆς ―εἰς τὸ Σκληθρί, τὴν Καναπίτσαν, τὸν Πλατανιᾶν, τὸν Τροῦλον, τὸν Στροφιλιᾶν, καὶ τὶς Κουκουναριές, τὸ ὡραῖον ἄλσος τῶν πιτύων, ὅπου ἡπλοῦτο κ᾿ ἡ λίμνη ἡ ὀρφνή, μὲ τὰ γαλήνια βαθιὰ νερά, κτῆμα τοῦ δήμου, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ πάντοτε ἐνοικίαζον κ᾿ ἐξεμεταλλεύοντο― τόσον, λέγω, εἶχον πληθυνθῆ, ὥστε θὰ ἦσαν ἐπικίνδυνοι, ἐὰν δὲν τοὺς εἶχε δώσει ὁ Θεὸς κακὴν μανίαν καὶ λύσσαν νὰ τρώγωνται μεταξύ των. Ἀπήρτιζον αὐτοὶ καθ᾿ αὑτοὺς μικρόκοσμον, καὶ ὅταν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐκσπάσουν τὰς κακὰς ὁρμάς των, δὲν ἔδερναν ἄλλον, ἀλλ᾿ ἐδέρνοντο αὐτοὶ μεταξύ των, ἀδελφοί, θεῖοι καὶ ἀνεψιοὶ καὶ ἐξάδελφοι· δὲν κατεπάτουν ξένον κτῆμα (ἄλλως, ὀλίγους γείτονας εἶχον διὰ νὰ καταπατήσουν σιμὰ στὰ σύνορά των ― τοὺς Δελχαρογιανναίους, τοὺς Ἀντωναραίους, τοὺς Ἀσβεσταίους καὶ Στραφιωταίους), ἀλλ᾿ ὁ Κανταράκιας κατεπάτει τὸν ἀγρὸν τοῦ Κανταράκια. Ἂν τοὺς ἔπιανε κοκκίνη μανία νὰ φονεύσουν, ὁ ἀνεψιὸς ἐφόνευε τὸν θεῖον, καὶ καθεξῆς. Καὶ ηὐξάνοντο κ᾿ ἐπληθύνοντο, πληροῦντες τὴν εὐχὴν ἢ τὴν κατάραν τοῦ Δημιουργοῦ, καὶ σπανίως ἐγέννων Κανταροποῦλες, ὅλο Κανταρόπουλα.

Μᾶς διηγήθη τὴν ἱστορίαν, πῶς εἶχεν ἔλθει εἰς τὴν νῆσον, πρὸ ἑκατὸν περίπου ἐτῶν, αὐτὴ ἡ δαιμονία οἰκογένεια, ὁ γέρων Διονύσιος, ὁ ἐμπνευσμένος πνευματικός, εἰς τὸν προφήτην Ἠλίαν. Εἰς μίαν ἀκτὴν τῆς Εὐβοίας, τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, ὀλίγα ἔτη πρὸ τοῦ 21, σιμὰ εἰς τὸ Πευκί, τὸ Ἀρτεμίσιον, εἷς ἄνθρωπος νέος ἀκόμη, λίαν πρωί, ἐπέταξε τὰ ροῦχά του (ἦτο Ἰούνιος μήν) κ᾿ ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν. Ἦτο καλὸς κολυμβητής, ἂν καὶ ἐξωμερίτης*, ἤτοι γεωργὸς καὶ βουκόλος. Ἦτον ὁ Γιάννης ὁ Κάνταρος, τελευταῖον λείψανον τῆς πάλαι πολυπληθοῦς ἐν Εὐβοίᾳ οἰκογενείας τῶν Κανταραίων.

Ὁ ἄνθρωπος ἔφευγε τὴν τουρκικὴν ἐξουσίαν, ἐπειδὴ εἶχε καταγγελθῆ ὡς ἀδελφοκτόνος. Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἴσχυεν ἐκεῖ, ὡς καὶ ἀλλοῦ, τὸ «ἐν τῇ μαχαίρᾳ μου ζήσομαι». Δὲν ἦσαν τότε δικαστήρια, διὰ νὰ κρεμᾷ τις τὴν κάπαν του, οὔτε δικολάβοι διὰ νὰ κάμνουν εἰκονικὰ ἔγγραφα καὶ στρεψοδικίας, οὔτε διαιτηταὶ διὰ νὰ «συβαστῇς», οὔτε ψευδομάρτυρες διὰ ν᾿ «ἀθεωθῇς». Τότε σ᾿ ἐξεθέωναν οἱ προεστοὶ κ᾿ οἱ «γυφτοχαρατζῆδες»*, τώρα σὲ «ἀθεώνουν» οἱ βουλευταὶ κ᾿ οἱ δήμαρχοι.

Λοιπὸν ἀνάγκη πᾶσα, διὰ νὰ ζήσῃς καὶ προκόψῃς ἐπὶ τῆς γῆς, διὰ νὰ «κεφαλώσῃς»* καὶ ἀποκτήσῃς ἁρπάγματα καὶ κλέμματα, καὶ διὰ νὰ †πυκτεύῃς† καὶ θητεύῃς καὶ δουλεύῃς, νὰ ἔχῃς τὸ τουφέκι σου γυαλισμένον, γεμᾶτον, τὴν κουμπούραν σου ἀσημοδεμένην, σφιχτοταπωμένην, τὴν πάλαν σου κυρτήν, ἀστράπτουσαν, ἀκονισμένην. Οἱ Κανταραῖοι τότε εἶχον πληθυνθῆ· ὑπὲρ τὰ πενῆντα κεφάλια ἄρρενες ἦσαν εἰς τὴν Εὔβοιαν, ὅλοι σχεδὸν καλοὶ δουλευταὶ κ᾿ εὐποροῦντες, ἀλλὰ καταπιεζόμενοι ἀπὸ τοὺς εἰσπράκτορας, καὶ καταπροδίδοντες ἀλλήλους. Ἐντεῦθεν ἦρχον ἐκεῖ ἡ ἀμάχη, ἡ ὀργὴ καὶ κατάρα τοῦ Θεοῦ. Ἐτρώγοντο μεταξύ των ἐπὶ ἥμισυν αἰῶνα κατὰ γράμμα· ὁ Κάνταρος ἐκυνήγει τὸν Κάνταρον μὲ τὸ τουφέκι εἰς τὸ δάσος, καὶ τὸν ἐφόνευεν ὡς θηρίον. Ἄλλος Κάνταρος παρεμόνευε τὸν Κάνταρον εἰς τὸ στενόν, μὲ τὴν κουμπούραν, καὶ τὸν ἄφηνε στὸν τόπον. Ἄλλος ἐμάλωνε μὲ ἄλλον εἰς τὰ σύνορα τοῦ ἀγροῦ, τὸν ἐτρύπα μὲ τὴν πάλαν, καὶ τὸν ἔρριπτε κάτω.

Συνέβη καὶ ὀλίγοι τινὲς Κανταραῖοι νὰ ξενιτευθοῦν, ἄλλοι ἀπέθαναν ἀπὸ τὴν πανώλη τὴν ἐνσκήψασαν περὶ τὰ τέλη τοῦ αἰῶνος. Ὅθεν εἰς τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, δὲν ἔμειναν πλέον, ἐκτὸς τῶν θηλειῶν, εἰμὴ δύο Κανταραῖοι ἀδελφοί, ὁ Νικόλαος, σχεδὸν τεσσαρακοντούτης, καὶ ὁ Γιάννης, τριακονταπεντούτης. Μίαν τῶν ἡμερῶν, ἴσως διότι ἔκριναν ὅτι ὑπῆρχον παραπολλοὶ δύο Κανταραῖοι, καὶ ὁ εἷς ἐπερίσσευεν, ὁ νεώτερος ἐκυνήγησε τὸν πρεσβύτερον μὲ τὸ τουφέκι, εἰς τὸν δρυμῶνα, ἐντεῦθεν τῆς ἀκτῆς, ὄχι μακρὰν ἀπὸ τὸ κλεινὸν Ἀρτεμίσιον, τὸ Πευκί, ἔρριξε καὶ τὸν ἔφαγε μὲ τὸ βόλι. Διὰ μυριοστὴν φοράν, ὁ Κάιν ἐφόνευσε τὸν Ἀβελ, ἀλλ᾿ ἀντιστρόφως ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῶν πρωτοτοκίων. Ἄνθρωποι ἤκουσαν τὸν βρόντον καὶ τὸν συριγμόν, ἔτρεξαν καὶ εἶδαν τὸν φονέα καὶ τὸ θῦμα. Ὄχι μακρὰν ἀπεῖχεν ὁ σταθμὸς τῶν Τούρκων, τοῦ γιασακτζῆ*, ἢ τελωνοφύλακος. Ὑπῆρχον καὶ δύο νιζάμηδες* στρατιῶται, ἐκεῖ πλησίον. Οἱ χωρικοὶ ἐφοβέρισαν τὸν Γιάννην. Οὗτος πιστεύσας ὅτι ἤδη ἔτρεχον κατόπιν του οἱ νιζάμηδες, ὡς ταχύπους ὁποὺ ἦτο, ἔτρεξε πρὸς τὴν ἀκτήν, ἔρριψεν ἐκεῖ τὸ ὅπλον του κάτω, ἐγυμνώθη, κ᾿ ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν.

*
* *

Ἡ νῆσος ἡ Ποντική, τὸ ἐρημόνησον ὁποὺ κεῖται εἰς τὸ μέσον τοῦ πελάγους, θ᾿ ἀπέχῃ περὶ τὰ πέντε μίλια. Πῶς νὰ διακολυμβήσῃ τις τόσον ὑγρὸν διάστημα; Πότε νὰ πλέῃ τις ὡς χελώνη, πότε ὡς δελφίν, [πότε] «τ᾿ ἀνδρίκεια», πότε νὰ ὑπτιάζεται, «τ᾿ ἀνάσκελα», διὰ νὰ ξαποστάσῃ, κτλ. Τοῦ κάκου, δὲν ἠδύνατό τις νὰ πλεύσῃ πέραν. Πλὴν δὲν ἔλειπαν οἱ ψαροποῦλες καὶ τὰ περάματα. Ὅταν ὁ Κάνταρος εἶχεν ἀποκάμει, κ᾿ εἶχε πλεύσει τὰ δύο πέμπτα ὡς ἔγγιστα τοῦ πορθμοῦ, ἓν τοιοῦτον πλοῖον εὑρέθη, καὶ τὸν ἐψάρευσε. Δὲν ἦτο προωρισμένος νὰ χαθῇ, ἐπειδὴ ὅλα καὶ ὅλοι χρειάζονται, διὰ τὰς ἀτελειώτους ἁμαρτίας τῶν ἀνθρώπων.

Εἰς τοὺς ἁλιεῖς διηγήθη ὁ Γιάννης ὅταν ἀνεψύχθη, καὶ συνῆλθεν ἐκ τῆς λιποθυμίας ―πρῶτον μὲ τὸ ρακί, εἶτα μὲ μικρὰν τροφὴν καὶ ὀλίγον οἶνον― ὅτι ἦτο ἄνθρωπος ἄτυχος, ὁποὺ τὸν κατέτρεχαν οἱ Ἀγάδες, ἀλλὰ καὶ μερικοὶ Χριστιανοὶ προδόται, ἐπειδὴ ἦτο φιλελεύθερος, καὶ συνεννοεῖτο μὲ τοὺς ἀρματολοὺς καὶ τοὺς κλέφτας, ἀντιπέραν, εἰς τὴν Ρούμελην. Οἱ ἄνθρωποι τὸν ἐπίστευσαν, ὡς εἰκός. Δὲν εἶναι σύνηθες πρᾶγμα νὰ βλέπῃ τις ἄνθρωπον, καὶ μάλιστα χερσαῖον, νὰ κολυμβᾷ τολμηρὸς τόσον πέλαγος, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἰσχυροὺς καὶ σπουδαίους λόγους. Βεβαίως, τοιοῦτος ἄνθρωπος, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴν εἶναι παλληκάρι.

*
* *

Δὲν ἦτο ἔγγαμος, εὐτυχῶς, ὁ Γιάννης ὁ Κάνταρος, ὅταν τὸν ἀπεβίβασε τὸ πέραμα εἰς τὴν νοτιοδυτικὴν ἀκτὴν τῆς Σ., εἰς τὸν Στροφιλιᾶν, σιμὰ εἰς τὸ ἄλσος τῶν πιτύων καὶ τὴν γλυκεῖαν λίμνην μὲ τὰ πολλὰ χέλια. Εἶχεν ἀφήσει πολλὰς θείας, ἐξαδέλφας, κι ἀνεψιάς, καὶ χήρας καὶ ὀρφανάς, ὀπίσω του εἰς τὴν Εὔβοιαν, καὶ οὔτε ἠρώτησεν οὔτε ἔμαθε ποτὲ τί εἶχον γίνει τὰ πλάσματα ἐκεῖνα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἶχον εὐπορίαν ἀγροτικήν, καὶ μικρὸν κατὰ μικρὸν ἠγχιστεύθησαν μὲ τοὺς ἐντοπίους, συνεχωνεύθησαν, κ᾿ ἔλειψεν ἐκεῖθεν τ᾿ ὄνομα τῶν Κανταραίων.

Ὁ Γιάννης προσεκολλήθη τὸ πρῶτον, ὡς κοπέλι, πλησίον τοῦ γερο-Στραφιώτη, ἑνὸς γεωργοκτηματίου, ἐθήτευσεν, ἐδούλευσεν, ἔκαμε κλέμματα καὶ ἁρπάγματα· ἐδούλευε διὰ τρεῖς, ἔτρωγε μόνον δι᾿ ἐνάμισυ, καὶ ἦτο πολὺ προκομμένος. Ὁπωσοῦν ἔφερεν εὐτυχίαν εἰς τὸν παραφέντην του, καὶ θὰ ἠδύνατο κι αὐτὸς νὰ καυχηθῇ, ὅπως ὁ Ἰακὼβ πρὸς Λάβαν, ὅτι εἶχε «καλὸ ποδαρικό». «Ἐπὶ τῷ ποδί μου εὐλόγησέ σε Κύριος ὁ Θεός». Τὸ δεύτερον ἔτος ἔκλεψε μίαν κόρην (ἢ ἀπήγαγε) τοῦ ἀφεντικοῦ του καὶ τὴν ἐνυμφεύθη· τὸ τρίτον ἔτος, ἐκτὸς τῆς προικός, τὴν ὁποίαν στανικῶς ἐπῆρεν, εἶχεν ἀποκτήσει ἄλλα τόσα χωράφια, καὶ εἶχε κατακτήσει ὄχι ὀλίγα γειτονικὰ χέρσα, μὲ τὸν κόπον του, καὶ τὰ ἐκαλλιέργησε. Κατόπιν ἡ περιουσία του αὐτὴ ἐτριπλασιάσθη, ἐγέννησεν υἱούς, τὸν Στάμον καὶ τὸν Δημήτριον, καὶ θυγατέρα, τὴν Τριανταφυλλιάν, καὶ ἀπέθανε πεντηκοντούτης.

Οἱ υἱοί του ἐκληρονόμησαν τὴν περιουσίαν του καὶ τὴν προκομμάδα του . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

(Ἀνολοκλήρωτο)

(1912)

1. Τὸ δεύτερον συνθετικὸν κλέρκ, εἶναι παρεφθαρμένον ἐκ τῆς ἑλληνικῆς λέξεως κληρικός. Ἀρχῆθεν ἡ λέξις ἐσήμαινε τὸν βοηθὸν ἢ ψάλτην τῆς ἐκκλησίας, εἶτα κατ᾿ ἐπέκτασιν ἐννοίας βοηθὸν ἢ γραφέα ἀρχείου.

2. Ὅρα τὸ διήγημα ἡ Γλυκόκαρδη εἰς τὸν β´ τόμον τῶν Ὀψίμων.

Πληροφορίες

  • Τίτλος
    Άπαντα, τόμος 4
  • Κριτική έκδοση
    Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
  • Εκδόσεις
    ΔΟΜΟΣ
  • Τοπο χρονολογία
    Αθήνα 1985
  • Έτος πρώτης δημοσίευσης
    1912
  • Σελίδες
    405-410

Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών

Τ.Θ. 3393 , Τ.Κ. 10210
210 360 55 32
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Μέγας Δωρητής

3.png7.png4.png7.png1.png6.png

Εγγραφή στο ενημερωτικό δελτίο


© 2020 Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών
Ο ιστοχώρος φιλοξενείται από το Κέντρο Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του ΑΠΘ