Διηγήματα

Οἱ Κουκλοπαντρειές (1903)

Οἱ Κουκλοπαντρειές (1903)

Μέσα, εἰς τὸ βάθος, ἐκατοικοῦσε ἡ κυρα-Ζαφείραινα, μὲ τὴν κόρην της, τὴν Εὐγενικούλαν. Δὲν ἦτον σπιτονοικοκυρά, οὔτε κἂν σωστὴ ὑπενοικιάστρια, μόνον ἐντολὴν εἶχε νὰ ἐπιστατῇ εἰς ὅλην τὴν μάνδραν, νὰ εἰσπράττῃ τὰ ἐνοίκια ἀπὸ τὰς πέντε ἢ ἓξ χαμογείους τρώγλας, τὰς ἀραδιασμένας κατὰ μῆκος τῆς αὐλῆς, καὶ εἶχε τὸ προνόμιον νὰ κατοικῇ αὐτὴ εἰς τὴν σχετικῶς καλυτέραν κάμαραν, καὶ νὰ πληρώνῃ εὐθηνότερον κάπως ἐνοίκιον.

Τὰ ἄλλα χαμόγεια κατεῖχον τελευταῖοι ἐργατικοὶ ἄνδρες, χωρὶς οἰκογενείας, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον φιλήσυχοι. Μόνον εἰς τὸ δεύτερον δωμάτιον ἀπὸ τῆς εἰσόδου τῆς αὐλῆς ἐκατοικοῦσε μία ζωντοχήρα, χωρισμένη ἀπὸ τὸν ἄνδρα της, ἡ Πολυτίμη, ὅπως ἐκαλεῖτο.

Αἱ σχέσεις μεταξὺ τῆς νοικάρισσας ταύτης καὶ τῆς Ζαφείραινας, τῆς ἐκπληρούσης χρέη σπιτονοικοκυρᾶς, δὲν ἦσαν πολὺ ὁμαλαί, ἂν καὶ ἡ πρώτη εἶχε προσφέρει διαφόρους καὶ πολυτίμους ἐκδουλεύσεις. Τὴν εἶχε βοηθήσει νὰ διώξουν ἀπὸ τὴν αὐλὴν δύο πρῴην νοικάρισσες. Τούτων ἡ μία, ἡ νεαρὰ Μαργαρώ, κατέχουσα τὸν τέταρτον θάλαμον, τῆς εἶχε φωνάξει πολλὰ τῆς Ζαφείραινας καὶ τῆς κόρης της ἐξ ἀφορμῆς οἰκογενειακῶν τινων ἀτυχημάτων.

Τὸν περασμένον χρόνον ἡ Ζαφείραινα εἶχεν ὑπανδρεύσει τὴν κόρην της μ᾽ ἕνα νέον, σχεδὸν διὰ τῆς βίας. Δίπλα των, εἰς τὸ πλαγινὸν δωμάτιον, εἶχον κατοικήσει ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ λοῦστροι, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ πλέον μεγαλόσωμος, ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἑταιρείας καὶ ὁ πλέον τεμπέλης, ἔβαζεν ὅλους τοὺς ἄλλους (ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δύο ἦσαν ἀδέρφια του, καὶ οἱ ἄλλοι χωριανοί του) νὰ δουλεύουν ἀντὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ τοὺς ἔπαιρνε τὰ λεπτά. Οὗτος ἦτο τολμηρός, προσέτι δὲ χορευτὴς καὶ τραγουδιστής, καὶ ἠγάπα τὴν ρᾳστώνην. Εἰς ὀλίγον καιρὸν φαίνεται ὅτι εἶχεν ἀγαπηθῆ μὲ τὴν κόρην τὴν Εὐγενικούλαν.

Μετ᾽ ὀλίγον καιρὸν ἡ Ζαφείραινα ἐβίαζε τὸν Γιαγκίνην (τοιοῦτον παρατσούκλι τοῦ εἶχαν δώσει οἱ ἄλλοι) νὰ στεφανωθῇ μὲ τὴν κόρην της. Κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, τὰ εἶχε καλὰ καὶ μὲ τὶς τρεῖς νοικάρισσες, ἐπειδὴ ἦτον Σεπτέμβριος, καὶ μόλις εἶχον καταλάβει καὶ αἱ τρεῖς τὰ δωμάτια, εἶχον δὲ προπληρώσει τὰ ἐνοίκια. Τῆς ἔφυγ᾽ ἕνας λόγος, ἢ μᾶλλον, ἔρριψ᾽ ἕνα λόγον παρουσίᾳ μιᾶς τούτων, ὅτι ἡ κόρη της δὲν ἦτον «κατὰ πῶς πρέπει» ἐπειδὴ τὰ εἶχε μπλέξει κακὰ μὲ τὸν Γιαγκίνην. Ἡ ἀκούσασα τὴν ἐπίστευσε καὶ μὲ τὸ παραπάνω μάλιστα, ἔσπευσε δὲ νὰ διηγηθῇ καὶ εἰς τὰς ἄλλας δύο τὸ τί ἤκουσε, καὶ μετ᾽ ὀλίγας ὥρας ὅλη ἡ γειτονιά, ἔξω τῆς αὐλῆς, καὶ ἀντικρύ, καὶ πέριξ, ἐγνώριζαν ὅτι ἡ Εὐγενικούλα δὲν ἦτον «κατὰ πῶς πρέπει».

Ἔβαλαν μίαν μαμμὴν νὰ ἐξετάσῃ τὴν κόρην, κ᾽ ἐκείνη ἐπιστοποίησε τὸ πρᾶγμα. Ὁ Γιαγκίνης ἰσχυρίζετο τοὐναντίον ὅτι ἡ κόρη ἦτον ἄθικτος, καὶ ἠπείλει νὰ καταγγείλῃ τὴν ψευτομαμμήν. Ὕστερ᾽ ἀπ᾽ ὀλίγον καιρόν, τῇ βοηθείᾳ ἑνὸς προθύμου φίλου, καὶ μὲ τὴν ἐπέμβασιν ἑνὸς ἰσχυροῦ βουλευτοῦ, κατόπιν πολλῶν ἀπειλῶν καὶ ὑποσχέσεων, τὸ ἀνδρόγυνον ἐστεφανώθη, καθὼς ἀνήγγειλε τοὐλάχιστον ἡ Ζαφείραινα, πλὴν ὄχι ἐν τῇ οἰκίᾳ· ἀλλοῦ, εἰς μέρος ἄγνωστον.

Τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ γάμου, ἡ Ζαφείραινα ἐκαλημέρισε τὶς τρεῖς νοικάρισσες, ἐδέχθη τὰ συγχαρητήριά των, τὰς ἐφίλευσε κουφέτα, εἶτα μὲ τρόπον μυστηριώδη ταῖς εἶπε:

― Κορίτσ᾽ ἦτον, ἡ βρώμα!

Τὴν φορὰν ταύτην οἱ τρεῖς νοικάρισσες ἐπίστευσαν ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον τοῦ ὅ,τι ἔλεγεν ἡ Ζαφείραινα.

*
* *

Ἡ Εὐγενικούλα εἶχε κατοικήσει χωριστά, μὲ τὸν ἄνδρα της, ἀλλοῦ, καὶ εἶχε κουβαλήσει μαζί της ὅλα τὰ ἔπιπλα τῆς μητρός της. Ἀμέσως ἤρχισε νὰ παραπονῆται. Ὁ Γιαγκίνης δὲν εἶχε πλέον εἰς τὴν διάθεσίν του τοὺς πέντε ἢ ἓξ λούστρους, νὰ δουλεύουν διὰ λογαριασμόν του. Ἐκεῖνοι εἶχον ἀποσκιρτήσει καὶ εἶχον χειραφετηθῆ. Ὁ Γιαγκίνης δὲν ἀγαποῦσε νὰ δουλεύῃ. Ἦτον γανωτής, ἀλλὰ δὲν ἐγάνωνε. Ἐδοκίμαζε νὰ κατασκευάσῃ κρυφὰ τρακατροῦκες, διὰ νὰ βγάλῃ στραβὰ λεπτά, ἀλλὰ τὸν ἐκυνηγοῦσε ἡ ἀστυνομία. Μόνον τὸν λοῦστρον ἠμποροῦσε νὰ κάμνῃ ἀνάμεσα*, ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ ἐργασία τοῦ ἐφαίνετο πλέον ἀναπαυτική.

Ἄφηνε τὴν γυναῖκά του νηστικήν. Τὴν ἄφηνε σβηστήν. Ἀργοῦσε τὸ βράδυ στὰ καπηλειά, καὶ τὴν ἄφηνεν ἐπὶ ὥρας μοναχήν της. Αὐτὴ ἦτον τεσσάρων μηνῶν ἔγκυος, καὶ λιγουροῦσε ἡ καρδιά της. Ἡ μάννα της, βαρυνθεῖσα ν᾽ ἀκούῃ τὰ παράπονά της, τὴν ἐβλασφήμησε πολλὲς φορές, τὴν ἐφασκέλωσεν, αὐτὴν καὶ τὸν ἄνδρα της, καὶ τὴν προκοπήν της, τῆς ἔρριπτεν ὅλα τὰ ἄδικα, ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη πταίει, καὶ τέλος ἀπεφάσισε μίαν ἑσπέραν, χωρὶς μήτε εἴδησιν νὰ δώσῃ εἰς τὸν σύζυγον, καὶ τὴν ἐκουβάλησεν, αὐτὴν καὶ ὅλα τὰ ἔπιπλα μαζί, καὶ πάλιν πλησίον της, διὰ νὰ τὴν «ξεγεννήσῃ».

Ὁ Γιαγκίνης ἔδειξεν ὅτι τοῦ ἐκακοφάνη, ἀλλ᾽ ἐνδομύχως ᾐσθάνθη μεγάλην ἀνακούφισιν. Ἔκαμε μίαν ὀργίλην ἐπίσκεψιν, καὶ μίαν πικραμένην διαμαρτύρησιν, εἰς τῆς πενθερᾶς του, καὶ τὴν παρεκάλει νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ πάρῃ τὴν γυναῖκά του πίσω. Εἶναι αὐτὸς ἱκανὸς νὰ τὴν ζήσῃ, καὶ εἶναι ἱκανὸς νὰ τὴν ξεγεννήσῃ. Ἂς ἀφήσῃ στὴν μητέρα της ὅλα τὰ μόμπιλα*, μόνον τὴν ραπτομηχανήν της νὰ πάρῃ, κι ἂς ἔλθῃ!

Κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἐποχήν, ἤρχισε μεγάλη φαγούρα ἐντὸς τῆς αὐλῆς, μεταξὺ τῆς νοικάρισσας τοῦ τρίτου δωματίου, τῆς Μαργαρῶς, καὶ τῆς Ζαφείραινας μὲ τὴν κόρην της. Ἡ Ζαφείραινα, ὡς φρόνιμη, εἶχε κάμει αὐστηρὰς παρατηρήσεις εἰς τὴν Μαργαρώ. Αὕτη εἶχε, φαίνεται, ἕνα ἄνδρα, ὁ ὁποῖος κατ᾽ ἀρχὰς δὲν εἶχε παρουσιασθῆ, ὕστερον ἦλθε κ᾽ ἐκοιμήθη βραδιὲς εἰς τὸ δωμάτιον τῆς νεαρᾶς γυναικός, καὶ σιγὰ-σιγὰ ἐγκατεστάθη. «Ὁ μουσαφίρης μᾶς ἔγινε νοικοκύρης», καθὼς ἔλεγεν ἡ Ζαφείραινα.

Ἀμυνομένη ἡ Μαργαρὼ ἤρχισε νὰ ὀνειδίζῃ τὴν χήραν καὶ τὴν κόρην της. Μήπως αὐτὲς ἦσαν καλύτερες τάχα; Ἢ θὰ μᾶς πῇ πὼς πάντρεψε, τάχα, τὴν κόρην της, μ᾽ ἕναν λοῦστρο ― ἐκεῖ, καὶ στοὺς τρεῖς μῆνες τὴν ἐπῆρε πάλι πίσω; Θεὸς ξέρει ἂν εἶναι μὲ στεφάνι. Ἢ πὼς ἀγόρασε, τάχα, μίαν στεφανοθήκην, κι ἔβαλεν ἐπιδεικτικῶς τὰ στέφανα σιμὰ στὰ εἰκονίσματα! Καὶ τί κουκλοπαντρειὲς εἶναι αὐτές!… κλπ.

Ἡ Ζαφείραινα ἐξεμάνη ἐναντίον τῆς ξένης. Αὐτὴ νὰ ἔχῃ στόμα, νὰ πῇ κακὸν γιὰ τὴν κόρη της! Πρέπει νὰ πλύνῃ πρῶτα τὸ στόμα της, γιὰ ν᾽ ἀναφέρῃ τ᾽ ὄνομά της. Ἀκοῦς ἐκεῖ! Μιὰ τέτοια, μιὰ πολύπαθη καὶ πολυτεχνίτισσα, μιὰ πομπιωμένη, νὰ ἔχῃ τόλμη νὰ βγάζῃ τρεῖς σπιθαμὲς γλῶσσα, νὰ λέγῃ, κιόλα, γιὰ τὸ κορίτσι τὸ δικό της, ποὺ εἶναι σὰν τὸ κρύο νερό, εἶναι καὶ φαίνεται!

Μίαν νύκτα, ἐπειδὴ ἔλειπεν ἀργὰ ἡ Μαργαρώ, ἡ Ζαφείραινα ἐμανδάλωσε καλὰ τὴν αὐλόπορταν, ἔβαλε τὸν σύρτην, καὶ τὴν ἔκλεισεν ἀπ᾽ ἔξω. Βαθιά, κοντὰ τὰ μεσάνυκτα, ἔφθασεν ἡ Μαργαρώ, μαζὶ μὲ τὸν δικόν της, καὶ ἀφοῦ ἔκρουσε ματαίως τὴν ἐξώπορταν, ὁ καβαλιέρος της ἀνερριχήθη ἐπάνω, εἰς τὸν θριγκόν, εἰς τὴν στέγην τῆς αὐλόπορτας, ἐπήδησε μέσα εἰς τὴν αὐλήν, ἐξεκλείδωσε τὴν πόρταν, καὶ ἡ Μαργαρὼ εἰσῆλθεν.

Ἄκουσαν οἱ δύο ἄλλες νοικάρισσες τὸν θόρυβον καὶ τὸν δοῦπον. Τὸν ἤκουσε καὶ ἡ Ζαφείραινα, ἡ ὁποία ἐσηκώθη, κι ἐσκέπτετο νὰ ὑπάγῃ νὰ φωνάξῃ τὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλ᾽ ἡ κόρη της τὴν ἀπέτρεψε, μὴ τυχὸν καὶ γίνῃ προσβολὴ στὸ σπίτι τους. Ἐν τῷ μεταξὺ τὸ ζεῦγος εἶχε κλειδωθῆ μέσα εἰς τὸ δωμάτιον.

Οἱ ἄλλες δύο νοικάρισσες ἤρχισαν νὰ πνέουν πῦρ καὶ μανίαν ἐναντίον τῆς Μαργαρῶς· ἔγιναν «τὸ ἕνα τους» μὲ τὴν Ζαφείραιναν, καὶ ἀπῄτουν μεγαλοφώνως νὰ φύγῃ ἡ ἔκφυλος γυνὴ ἀπὸ τὴν αὐλήν. Αὐτὸ ἦτον δὰ κακὸν παράδειγμα! Ἦτον ἐναντίον εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη.

Ἀκοῦτε σεῖς! νὰ ἔλθῃ μαζὶ μὲ τὸν λεγάμενον, τὸν «καῦκόν»* της, μεσάνυχτα, νὰ καβαλικεύσῃ ἐκεῖνος ἐπάνω στὸ ντουβάρι, καὶ νὰ πηδήσῃ μέσα, ὡς ληστής, νὰ παραβιάσῃ τὴν θύραν! Καὶ ποῦ εἴμαστ᾽ ἐδῶ!

― Νὰ τοῦ ἔκαμε τάχα πλάτη αὐτή, κι ἀνέβη ἐκεῖνος ἐπάνω; Πῶς μπόρεσε κι ἔφτασε τόσο ψηλά, στὸν καβαλάρη τοῦ τοίχου;… Νὰ γκρεμοτσακιστῇ γρήγορα, νὰ φύγῃ ἀπ᾽ ἐδῶ αὐτὴ κι ὁ καῦκός της!

*
* *

Ἡ ὁμοσπονδία ταχέως ἐθριάμβευσε. Τὸ τελεσιουργότερον ὅλων τῶν μέσων ὑπῆρξεν ἡ ἀπειλὴ περὶ καταγγελίας εἰς τὴν ἀστυνομίαν καὶ περὶ πιθανῆς παραπομπῆς εἰς τὰ οἰκήματα, τὰ πέραν τοῦ Ἀεριόφωτος. Τὴν ἄλλην ἡμέραν ἡ Μαργαρὼ ἐμάζεψε τὰ ροῦχά της κι ἐκουβαλήθη.

Ἔμενον τώρα ἡ Πολυτίμη, κι ἡ Λισάβω, ἡ ἄλλη νοικάρισσα. Ἡ τελευταία αὕτη ἤρχισε τὴν ἄλλην ἡμέραν νὰ τρώγεται μὲ τὴν Ζαφείραιναν. Φαίνεται ὅτι εἶχε κι αὐτή, ἡ Λισάβω, «ἕναν ἄνθρωπον», ἂν καὶ κατὰ τὸ φαινόμενον ἦτον χήρα. Εἶχε κ᾽ ἕνα κορίτσι τεσσάρων ἐτῶν, τὴν Ἐλπινίκην. Ἡ Ζαφείραινα τῆς ἔκαμε πικρὰς παρατηρήσεις, σχετικῶς μὲ τὸν «ἕναν ἄνθρωπον». Τότε τῆς ἔψαλε κ᾽ ἐκείνη τὰ ἴδια, τὰ ὁποῖα τῆς εἶχε κελαδήσει κι ἡ πρῴην νοικάρισσα, ἡ Μαργαρώ, κι ἀκόμη περισσότερα. Εἰς δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, τόσον μῖσος καὶ κακία ἄναψεν ἐκεῖ μέσα, ὥστε μεταξὺ τῶν δύο οἰκογενειῶν, οἱ μόνοι ὁποὺ ἔσωζον ἀκόμη λείψανα τῆς παλαιᾶς φιλίας, ἦσαν ἡ Ἐλπινίκη, τὸ τετραετὲς θυγάτριον τῆς Λισάβως, κι ἡ σκύλα τῆς Εὐγενικούλας, ἡ Βαβύτσα.

Ἡ ἄλλη νοικάρισσα, ἡ Πολυτίμη, ἔλαβε τὸ μέρος τῆς Ζαφείραινας. Τῆς ἐτράβα τὸ σχοινί της, καθὼς εἶπεν ἡ Λισάβω. Βέβαια! τέτοιες συμφωνοῦν πάντα, ἔλεγεν. Ἡ Πολυτίμη ἐξεστράτευσε κατὰ τῆς Λισάβως. Ἤρχισε τριήμερος, ἀτελείωτος καυγὰς μεταξὺ τῶν δύο γυναικῶν. Ἡ Πολυτίμη ἀνέλαβε μέρος πρωταγωνιστρίας. Ἡ Ζαφείραινα ἀμέσως περιῆλθεν εἰς δευτερεῦον πρόσωπον, κ᾽ ἔχαιρε μέσα της ν᾽ ἀκούῃ τὰς ἄλλας νὰ ὑβρίζωνται μὲ ὅλον τὸ γυναικεῖον λεξιλόγιον.

Κοντολογῆς, ἡ ἐκστρατεία ἀπέληξεν εἰς ἀποπομπὴν τῆς πρώτης νοικάρισσας, τῆς Λισάβως. Ἡ Ζαφείραινα καὶ ἡ Πολυτίμη ἔκαμαν παράπονα εἰς τὸν σπιτονοικοκύρην, ὅτι δὲν μποροῦσαν πλέον νὰ ὑποφέρουν τὴν γλῶσσάν της. Ἐκεῖνος τῆς ἐχάρισε δυόμισυ νοίκια καθυστερούμενα, καὶ τῆς εἶπε νὰ φύγῃ. Αὕτη ἔφυγε, καὶ δὲν εἶπεν «εὐχαριστῶ».

*
* *

Τὰ δύο κενωθέντα δωμάτια ἐνοικιάσθησαν εἰς ἐργατικούς, «ἐριγένηδες» ἀνθρώπους. Ἔμειναν τώρα ἀντιμέτωποι, αἱ δύο Ζαφείραιναι, μάννα καὶ κόρη, ἀφ᾽ ἑνός, καὶ ἡ Πολυτίμη, ἀφ᾽ ἑτέρου, ὁλομόναχη ἀκόμη κατὰ τὸ φαινόμενον. Ἦτον ζωντοχήρα. Εἶχε χωρίσει μὲ τὸν ἄνδρα της, καθὼς ἔλεγεν, ὄχι ἐδῶ, εἰς τὴν Πόλιν, ὅπου διέμενε πρότερον. Εἶχε λάβει καὶ διαζύγιον, καθὼς ἐβεβαίου, ἀπὸ τὰ Πατριαρχεῖα. Παιδιὰ δὲν εἶχε κάμει. «Εἶδε ὁ Θεὸς τὴν ἀδικία!» ἀνέκραζεν αἴρουσα πρὸς τ᾽ ἄνω τοὺς ὀφθαλμούς.

Ἐξενοδούλευεν, ἔπλεκεν, ἔρραπτε κ᾽ ἐζοῦσε. Εἶχε κάμει ἐπ᾽ ὀλίγους μῆνας πλησίον οἰκογενείας ἐν Ἀθήναις, ὡς ὑπηρέτρια ἢ μαγείρισσα. Δύο ἢ τρεῖς φορὰς εἶχε παρουσιασθῆ στὴν κάμαράν της ἕνας νεαρώτατος ξανθός, μὲ λεπτὸν μύστακα. Αὐτὴ εἶπεν ὅτι ἦτον πατριώτης της, σχεδὸν ἀδελφός της, ὁ «Βασιλάκης της», μὲ τὸν ὁποῖον εἶχε συνανατραφῆ. Ἦτον νέα, κοντή, μελαχροινή, μὲ πρόσωπον «ἀγορίσιο», ὅμοιον μὲ ἀγενείου νεανίσκου.

Μίαν τῶν ἡμερῶν ἦλθεν εἷς συγγενής, θεῖος τοῦ πρῴην συζύγου, καὶ τῆς ἔκαμε καυγάν. Ἀπαιτοῦσε νὰ τοῦ δώσῃ ἕνα εἰκόνισμα ποὺ εἶχε, τοῦ ἀνδρός της, τὸν Εὐαγγελισμόν. Αὐτὴ ὡμολογοῦσεν ὅτι ἦτον τοῦ ἀνδρός της, ἀλλ᾽ εἰς τὸ πεῖσμά του, δὲν ἤθελε νὰ τὸ δώσῃ.

Τὴν ἄλλην ἡμέραν ἦλθεν ὁ πρῴην σύζυγος, ἐστάθη εἰς τὴν αὐλόπορταν, σιμὰ εἰς τὸν παραστάτην, καὶ τῆς ἔψαλε τὰ ἐξ ἁμάξης. Τὴν ὠνείδισε σκληρῶς ὅτι συζῇ μὲ τὸν Βασίλην της παρανόμως, καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ διαζύγιον, παρεξετράπη, κ᾽ ἐφώναξεν ὅτι ὅλοι μέσα στὴν αὐλὴν εἶναι «τέτοιοι» ἀφοῦ τ᾽ ἀνέχονται «αὐτά».

Τῆς Ζαφείραινας τῆς ἐκακοφάνη πολύ. Ὄχι, αὐτὴ δὲν εἶναι «τέτοια». Ἤρχισε νὰ ἐπιπλήττῃ τὴν Πολυτίμην. Αὐτὴ ἀλλοιῶς τὴν ἐνόμιζε. Εἶναι σωστό, τὸ λοιπόν, ὅτι τὸν Βασίλην δὲν τὸν ἔχει ἐξάδελφον, ἀλλ᾽ ἀγαπητικόν; … Καὶ τὴν παρακαλεῖ πολύ, νὰ πληρώσῃ τὰ δύο νοίκια ποὺ χρεωστεῖ· γιατὶ τὴν πιέζει κι αὐτὴν ὁ σπιτονοικοκύρης… καὶ νὰ πάῃ στὸ καλό, νὰ εὕρῃ ἀλλοῦ δωμάτιον. Ὁ σπιτονοικοκύρης μάλιστα εἶναι ἄρρωστος, καὶ τῆς εἶπε τόσα λόγια, ὁποὺ δὲν φροντίζει νὰ μαζεύῃ τὰ νοίκια, γιατὶ κι αὐτὸς μπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀνάγκη.

Εἰς ἀπάντησιν, ἡ Πολυτίμη τῆς ἐφώναξεν ὅτι, ἂν ὁ σπιτονοικοκύρης εἶναι ἄρρωστος, αὐτή, ἂν πεθάνῃ, θὰ χορέψῃ ἀπὸ τὴν χαράν της. Ὄχι, πὼς ἔχουν κάτι παλιοκοτέτσια ἐκεῖ, ποὺ δὲν εἶναι χειρότερ᾽ ἀπὸ ἀχούρια, καὶ σὲ βρίσκουν στὴν ἀνάγκη, καὶ σὲ πνίγουν, καὶ σοῦ ζητοῦν δεκατρεῖς καὶ δεκαπέντε δραχμὲς νοίκι! Ποῦ τὸ ηὗραν γραμμένο; Μ᾽ αὐτὰ καὶ μ᾽ αὐτὰ πλουτοῦν αὐτοί, μὲ τοῦ φτωχοῦ τὸν ἵδρωτα, οἱ αἱματοφάγοι. Καὶ τί κόσμος εἶναι αὐτός, στὴν Ἀθήνα!… Κρῖμα στ᾽ ὄνομα ποὺ ἔχει! Στὴν Πόλη, ποὺ εἶναι Τοῦρκος, καὶ πάλι σὲ πονοῦν καὶ σὲ βοηθοῦν καλύτερα. Ἐκεῖ σὲ πονοῦν καὶ σὲ συμπονοῦν οἱ Τοῦρκοι… κ᾽ ἐδῶ ξεπονοῦν οἱ Χριστιανοὶ καὶ σὲ γδύνουν…

Κι ἐπιτέλους αὐτὴ δὲν ἔχει λεπτὰ νὰ πληρώσῃ. Τὴν βλέπει ἡ κυρα-Ζαφείραινα πῶς ξενοδουλεύει καὶ ζῇ. Ἂς τῆς κατεβάσουν τοὐλάχιστον τὸ νοίκι!… Ὅσο γιὰ τὸν Βασιλάκη, εἶναι ψέματα. Αὐτὴ ἔχει ἀθῴαν φιλίαν μαζί του… Καὶ πάλιν ὅ,τι μπορεῖ θὰ κάμῃ, νά!… ἕνας ἄνθρωπος. Ἀπὸ ποῦ νὰ πληρώσῃ τόσο νοίκι; Καὶ τί νὰ φάῃ; Μὲ μιὰ δραχμὴ τὴν ἡμέρα ποὺ μπορεῖ μιὰ νὰ βγάλῃ μὲ τὸ ἐργόχειρο… ὅταν ἔχῃ δουλειά· ἀλλὰ τὸν περισσότερον καιρὸ δὲν ἔχει… Αὐτοὶ νὰ ὄψωνται! Τοὺς βγάζουν τὴν ψυχὴ ἀνάποδα, κι ὕστερα ἀγανακτοῦν τάχα γιατὶ δὲν τὶς βλέπουν νὰ κάνουν φρόνιμα!… Αὐτοὶ τὶς σπρώχνουν νὰ γίνωνται ἄτιμες!… Κι ἂς τὸ ξέρῃ ἡ κυρα-Ζαφείραινα… Ἂν τύχῃ καὶ πεθάνῃ ὁ σπιτονοικοκύρης, κακὸ δὲν τοῦ θέλει τ᾽ ἀνθρώπου, ἀλλὰ θὰ βγῇ ἔξω στὴν αὐλὴ νὰ χορέψῃ!… Ὁ γὰρ θάνατός σου ζωή μου!

Τὸ εἶπε καὶ τὸ ἔκαμε. Μετ᾽ ὀλίγας ἡμέρας ἀπέθανεν ὁ ἰδιοκτήτης, ἡ δὲ Πολυτίμη ὡς τὸ ἔμαθεν, ἐξῆλθεν εἰς τὴν αὐλήν, ἐπιάσθη ἀπὸ τὴν μίαν χεῖρα μ᾽ ἕνα κοράσιον ὀκτὼ ἐτῶν, γειτονοπούλαν, καὶ ἤρχισε νὰ χορεύῃ τὸν τσάμικον.

Ὁ χορὸς ἐκεῖνος τῆς βγῆκε ξινός. Τὴν νύκτα, βαθιὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ Πολυτίμη ἐξύπνησεν ὅλους τοὺς ἐνοίκους καὶ ὅλους τοὺς γείτονας τοὺς ἔξω τῆς αὐλῆς, μὲ τὰς φωνάς της τὰς ἀγρίας. Τὴν εἶχαν πιάσει ὑστερισμοί.

Ὁ Βασιλάκης, ἐλθὼν πολὺ ἀργὰ καὶ οἰνοβαρής, ὡς φαίνεται, τῆς εἶχε κάμει σκηνὴν ζηλοτυπίας. Εἶχε μάθει ὅτι ἡ νεαρὰ γυνὴ ἐσύχναζεν ἀκόμη εἰς τὴν οἰκίαν ἐκείνην, ὅπου εἶχε διατελέσει ἐπὶ μίαν σελήνην ὡς μαγείρισσα καὶ ὅπου ὑπῆρχον καὶ δύο νέοι ἄγαμοι, υἱοὶ τῆς οἰκογενείας. Ὁ Βασίλης λοιπὸν ἐζήλευε φοβερὰ καὶ ἤρχισε νὰ βασανίζῃ καὶ νὰ δέρνῃ τὴν πτωχήν. Τόσον ἐξήφθη ἐκείνη καὶ τόσον τραγικὰ ἐφώναζεν, ἐν μέρει, ὡς φαίνεται, πονοῦσα πράγματι, ἐν μέρει παίζουσα κωμῳδίαν, ὥστε ἐξάφνισεν ὅλους τοὺς γείτονας, ἐπάνω εἰς τὸν πρῶτον ὕπνον των.

Εἰς μίαν γωνίαν τῆς αὐλῆς, πλησιέστερα εἰς τὸ βάθος, ὑπῆρχεν ἕνα πηγάδι, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε ὣς δύο σπιθαμὰς νερὸ κιτρινωπὸν καὶ ὄζον καὶ ἦτο σκεπασμένον μὲ σανίδινον καπάκι. Ἡ Πολυτίμη τραβοῦσα τὰ μαλλιά της, κοπτομένη, σχίζουσα τὰ μάγουλά της καὶ φωνάζουσα ἀγρίως, ἔτρεξε πρὸς τὸ μέρος τοῦ πηγαδιοῦ, ἐσήκωσε τὸ καπάκι καὶ ἐφώναξεν ὅτι… τώρα θὰ πέσῃ νὰ πνιγῇ.

― Νά, θὰ πέσω, ἔπεσα! Νὰ ὄψεσαι Βασιλάκη! μ᾽ ἐπῆρες στὸ λαιμό σου. Νά! πέφτω στὸ πηγάδι!…

Εὐτυχῶς, μία γειτόνισσα, τῆς ὁποίας ὁ οἰκίσκος ἦτον σύρριζα ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλόπορταν, ἤκουσεν ὅλον τὸν θόρυβον, κι ἐπειδὴ ἡ αὐλόπορτα ἦτον ἀνοικτή ―(τὴν ἄφηνε πάντοτε ἀνοικτὴν ἡ Πολυτίμη, διὰ νὰ ἔρχεται ὁ Βασίλης ὅ,τι ὥραν ἤθελε, καὶ μάλιστα ἐσχάτως εἶχε γίνει ἄφαντον τὸ πλάγιον μάνδαλον τῆς θύρας, καὶ ἡ Ζαφείραινα εἶχεν ἐκφράσει παράπονον διὰ τοῦτο)― ἠμπόρεσε νὰ τρέξῃ μέσα, κ᾽ ἐκράτησεν ἀπὸ τοὺς δύο βραχίονας τὴν Πολυτίμην, καὶ τὴν ἐμπόδισε νὰ κάμῃ κακόν. Ὅσον διὰ τὸν Βασιλάκην, οὗτος εἶχε μείνει εἰς τὸ δωμάτιον, εἶχε μισοανοίξει τὸ παράθυρον κι ἐκοίταζε περιέργως νὰ ἰδῇ ἂν ἡ Πολυτίμη θὰ ἔπιπτε πράγματι στὸ πηγάδι.

*
* *

Ἡ Ζαφείραινα καὶ ἡ κόρη της δὲν ἐφάνησαν. Ἠκούοντο πεπνιγμένοι γέλωτες ἀπὸ τὸ δωμάτιόν των, ἀλλὰ δὲν ἠνοίχθη ἡ θύρα των. Τὴν ἄλλην ἡμέραν εἰρήνη ἔγινε μεταξὺ τοῦ ζεύγους καὶ 〈αἱ〉 διαχύσεις ἐπανῆλθον, ὅπως ἐπανέρχονται μετὰ τὰ πείσματα καὶ τὰς ἔριδας.

Μόνον ἄλλο τι συνέβη. Ὁ πρῴην σύζυγος εἶχεν ὑπάγει εἰς τὴν ἀστυνομίαν, κ᾽ ἐκλαύθη ὅτι ἡ σύζυγός του, χωρὶς νὰ ἔχῃ διαζύγιον, συνέζη παρανόμως μ᾽ ἕνα Βασιλάκην. Ὁ ἀστυνόμος, σύμφωνα μὲ τοὺς γραπτοὺς καὶ τοὺς ἀγράφους κανονισμούς, ἐκάλεσε τὴν Πολυτίμην εἰς τὸ Τμῆμα καὶ τὴν ἐξήτασεν. Ἐκείνη διηγήθη ὅ,τι ἤθελεν.

Εἶπεν ὅτι τὸ εἰκόνισμα ποὺ τῆς ζητεῖ ὁ θεῖος τοῦ ἀνδρός της δὲν τὸ δίδει, καὶ τὴν στεφανοθήκην τὴν ἔχει ὑπὸ τὸ εἰκόνισμα, καὶ τὸ στέφανό της τὸ τιμᾷ, καὶ ὅτι μὲ τὸν Βασιλάκην, συγγενῆ της, ἔχει ἀθῴαν φιλίαν.

― Γιατί τότε, δὲν θέλεις νὰ πᾷς μὲ τὸν ἄντρα σου; ἠρώτησεν ὁ ἀστυνόμος.

― Ἐγώ!… ἀνέκραξεν ἐν βαθείᾳ ἐκπλήξει ἡ Πολυτίμη. Ἐγὼ τὸν ἄντρα μου τὸν θέλω, κι ἂς μὲ πάρῃ…

Ὁ ἀστυνόμος ἐστράφη πρὸς τὸν ἄνδρα.

― Καὶ σύ, τοῦ λέγει, τὴν θέλεις, τὴν γυναῖκά σου;

―Ἐγώ!… ἀνέκραξε μετ᾽ ἀποστροφῆς ἐκεῖνος· ὄχι! ποτὲ στὸν κόσμο! μήτε ζωγραφιστή!…

― Τί παράπονα ἔχεις, τότε; συνεπέρανεν ἀπορηματικῶς ὁ ἀστυνόμος.

Τὴν ἰδίαν ἑσπέραν, ἡ Πολυτίμη διηγεῖτο θριαμβεύουσα εἰς τὴν γειτόνισσαν, ἐκείνην ποὺ εἶχε τρέξει νὰ τὴν γλυτώσῃ μὴ πνιγῇ, τὸ κόλπο της τοῦτο.

― Εἶπα κ᾽ ἐγώ, μπράβο!… τόνε θέλω τὸν ἄντρα μου, ἀκοῦς ἐκεῖ!… Πῶς λές; Καλὰ τὰ καταφέρνω;

―Ὄχι καλύτερα· μπράβο σου! ἀπήντησε μετὰ θαυμασμοῦ ἡ γειτόνισσα.

―Ἄ! τί βλάκες ποὺ εἶν᾽ οἱ ἄντροι!

*
* *

Ἕνεκα τῶν διαφόρων τούτων περιστάσεων καὶ τοῦ θανάτου τοῦ ἰδιοκτήτου, αἱ ἔριδες μεταξὺ τῆς Πολυτίμης καὶ τῆς Ζαφείραινας εἶχον κοπάσει δι᾽ ὀλίγας ἡμέρας. Ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας, καθ᾽ ἣν εἶχε κληθῆ εἰς τὴν ἀστυνομίαν ἡ νεαρὰ γυνή, ἡ Ζαφείραινα τῆς ἐζήτησε πάλιν, ἐξ ὀνόματος τῆς χήρας καὶ τῶν τέκνων της, τὰ καθυστερούμενα ἐνοίκια καὶ τῆς ὑπέμνησεν ὅτι ὤφειλε τὸ ταχύτερον νὰ εὕρῃ οἴκημα, νὰ μετακομισθῇ.

Ἡ Πολυτίμη εἶπεν ὅτι θὰ δώσῃ τὰ ἐνοίκια ὅταν εὐκολυνθῇ καὶ θὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ δωμάτιον ὅταν μπορέσῃ. Ἡ Ζαφείραινα ἀπήντησεν, ὅτι τὰ ἐνοίκια θὰ τὰ πληρώσῃ καὶ θὰ πῇ κι ἕνα τραγούδι καὶ ἀπὸ τὸ δωμάτιον θὰ φύγῃ καὶ θὰ πηδήσῃ, καθὼς ἐπήδησε κι ἐχόρεψε τὴν ἡμέραν ποὺ εἶχεν ἀποθάνει ὁ σπιτονοικοκύρης… Κι αὐτὸ μόνον τὸ ἄσκημο φέρσιμο, νὰ μάθουν οἱ κληρονόμοι, αὐτὸ ἀρκεῖ διὰ νὰ τοὺς κάμῃ νὰ τῆς τὰ πετάξουν ἔξω τὰ ροῦχά της.

Τέλος, ὁ ἀγὼν ἐσκληρύνθη, καὶ ἡ πάλη ἐδηλητηριάσθη. Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐγίνοντο τακτικά, πρωί, μεσημέρι καὶ βράδυ, οἱ καυγάδες μεταξὺ τῶν δύο γυναικῶν. Ἡ Πολυτίμη τῆς ἔψαλλε, τῆς Ζαφείραινας, ὅλα ὅσα τῆς εἶχαν ψάλει αἱ δύο ἄλλαι νοικάρισσες, κι ἄλλα τόσα, καὶ πολὺ περισσότερα. Δὲν τὰς ὠνόμαζε πλέον Ζαφείραινες, ἀλλὰ Γιαγκίναινες, ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ γαμβροῦ. Αὐτὸ ἤρκει διὰ νὰ κάμῃ τὴν γραῖαν νὰ σκυλιάσῃ.

Μίαν ἡμέραν, ἡ Ζαφείραινα εἶχε ξυπνήσει πολὺ ἄσχημα, κι ἄρχισε λίαν πρωί, πρὶν ἀνατείλῃ ἀκόμη ὁ ἥλιος, ἀτελείωτον καυγάν.

―Ἡ βρωμοῦσα! ἡ μπαλαρίνα! ἡ λεγάμενη! ποὺ εἶναι βγαλμένο τὸ νάμι* της, ἐδῶ καὶ στὴν Πόλη! Θαρρεῖ πῶς εἶναι τὰ μοῦτρά της!… Κ᾽ ἔχει στόμα νὰ πῇ γιὰ τὸ κορίτσι, τὸ δικό μου!… Αὐτὴ κι ὁ Βασιλάκης της! ποὺ ἔβγαλε τὴν πεντούγια ἀπ᾽ τὴν πόρτα, γιὰ νὰ ἔρχεται τὴν νύχτα ὁ καῦκός της!… Ποὺ τὴν ἐκουβάλησε στὴν ἀστυνομία ὁ ἄνδρας της!… Καὶ τῆς ἔκαμε ὁ καῦκός της μιὰ σκηνή, κ᾽ ἔβαλε τὶς φωνές, σὰ δαιμονισμένη!… Κ᾽ εἶχε βγάλει τὴν πεντούγια ἀπ᾽ τὴν αὐλόπορτα, γιὰ νά ᾽ρχετ᾽ ἐλεύθερα, νύχτα καὶ σκοτάδι, ὁ πῶς-τόνε-λένε, ὁ ξάδερφός της! Γιατί, μωρή, τὴν ἔβγαλες τὴν πεντούγια;

Κάθε ἥμισυ λεπτὸν ἐπανήρχετο εἰς τὸν μονόλογον ἡ «πεντούγια», ἢ τὸ μακρὸν μάνδαλον τῆς αὐλοθύρας, καὶ κάθε πέντε δευτερόλεπτα ἐγίνετο λόγος διὰ «τὸ πηγάδι».

― Κ᾽ ἔκαμε πὼς ἤθελε τάχα νὰ πνιγῇ… Κ᾽ ἐσήκωσε τὴ γειτονιὰ στὸ ποδάρι, νὰ φωνάζῃ, στὶς δυὸ ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα, σὰν τρελή, σὰν δαιμονισμένη… Ποὺ ἤξερε νὰ βγάλῃ τὴν πεντούγια ἀπ᾽ τὴν πόρτα, γιὰ νά ᾽ρχεται ὁ λεγάμενος… Καὶ τῆς ἔκαμε τὸ ζηλιάρη, κι αὐτὴ ἔκανε πὼς ἤθελε νὰ πέσῃ στὸ πηγάδι, νὰ πνιγῇ. Γιατί, μωρὴ μπαλαρίνα, σὰν ἤθελες νὰ πνιγῇς, δὲν πνιγόσουνα; Νά, ἔλα, τὸ κάνω χαλάλι τὸ πηγάδι, κι ἂς βρωμήσῃ… Ἔλα, τσακίσου, πέσε, νὰ πνιγῇς! Ἔλα, νά! βγάζω καὶ τὸ καπάκι… τὸ κάνω χαλάλι τὸ πηγάδι… Ἔλα, πέσε νὰ πνιγῇς!

Καὶ ἅμα λέγουσα, ἀφῄρεσε πράγματι τὸ κάλυμμα τοῦ πηγαδιοῦ καὶ διὰ χειρονομιῶν ἐκάλει τὴν Πολυτίμην νὰ ἔλθῃ νὰ πέσῃ μέσα.

―Ἔλα! τὸ κάνω χαλάλι, σοῦ λέω!

― Τὸ κάνεις χαλάλι, ἀπήντησε μόνον ἡ Πολυτίμη, γιατὶ δὲν εἶναι δικό σου· εἶναι ξένο.

Καὶ δὲν εἶπε πολλὰ ἄλλα, ὅπως ἄλλοτε συνήθιζε. Τὴν πρωίαν ἐκείνην ἐφαίνετο ὡς νὰ εἶχε δέσει τὴν γλῶσσάν της. Ἴσως ἐπεφυλάσσετο νὰ τροχίσῃ κι αὐτὴ τὴν γλῶσσάν της κατόπιν.

Πλὴν μᾶλλον φαίνεται ὅτι εἶχε λάβει ἤδη τὴν ἀπόφασίν της, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὡμίλει πλέον.

*
* *

Μετὰ δύο ἡμέρας ἡ Πολυτίμη ἐξεκένωσε τὸ δωμάτιον κ᾽ ἐκουβαλήθη ἀλλοῦ, χωρὶς νὰ πληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα.

Ὅταν ἡ Ζαφείραινα ἔμεινε μόνη μὲ τὴν κόρην της, καθότι ὅλα τὰ ἄλλα δωμάτια ἐδόθησαν κατὰ προτίμησιν εἰς «μπεκιάρηδες», ἤρχισε κακὴν φαγούραν μὲ τὴν κόρην της τὴν ἰδίαν, ἥτις εὑρίσκετο εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς ἐγκυμοσύνης. Τὴν ὕβριζε, τὴν ἔτρωγε, τὴν ἐβασάνιζε. Ἔκαμνεν ὅπως μία ἄσχημη, ἥτις θὰ ἐπείθετο περὶ τῆς ἀσχημίας της ― θὰ ἔσπαζεν, ὡς λέγουν, τὸν καθρέπτην, διὰ νὰ μὴ βλέπῃ τὸ πρόσωπόν της.

Τὴν ἔδερνε, τὴν ἐδάγκανε καὶ τὴν κατηρᾶτο νὰ τὴν θάψῃ.

Ὅταν θὰ τὴν ἔθαπτεν, ἐπεφυλάσσετο νὰ δέρνεται μόνη της.

(1903)

Πληροφορίες

  • Τίτλος
    Άπαντα, τόμος 3
  • Κριτική έκδοση
    Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
  • Εκδόσεις
    ΔΟΜΟΣ
  • Τοπο χρονολογία
    Αθήνα 1984
  • Έτος πρώτης δημοσίευσης
    1903
  • Σελίδες
    565-574

Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών

Τ.Θ. 3393 , Τ.Κ. 10210
210 360 55 32
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Μέγας Δωρητής

3.png7.png5.png1.png7.png4.png

Εγγραφή στο ενημερωτικό δελτίο


© 2020 Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών
Ο ιστοχώρος φιλοξενείται από το Κέντρο Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του ΑΠΘ