Διηγήματα

Κοκκώνα θάλασσα (1900)

Κοκκώνα θάλασσα (1900)

Ἢ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΠΕΘΕΡΑΣ

― Μάινα* κόντρα-φλόκο*! σβέλτα! Μάινα μπαμπαφίγκο*! Μάινα ὄξου-φλόκο! Μπρούλια* ράντα*! μπρούλια μαΐστρα*! μπρούλια τρίγκο*.

Τίς θὰ τὸ ἐπίστευεν, ὅτι ἀπὸ ἕνα μικρὸν ἀμυδρὸν μαυράδι ἔμελλε νὰ ἐξέλθῃ τόση τρικυμία; Πῶς ἀπὸ μίαν μικρὰν κηλῖδα, τὴν ὁποίαν προθύμως παραβλέπουν ἑκάστοτε οἱ ἄνθρωποι, ρημάζουν ὑποθέσεις καὶ ναυαγοῦν φιλοδοξίαι!

Ὁ οὐρανὸς ἦτον ὡς παμμεγίστη, ἄπειρος κανδήλα, ὀλίγῳ πρότερον. Ἡ θάλασσα ἐκουφόβραζε, ὡς γιγαντιαία χύτρα ἐπάνω εἰς σιγανὴν φωτιάν. Πέραν ἐκεῖ, εἰς τὴν ἄκρην ὅπου ἔφθανε τὸ ὄμμα, ἦσαν τὰ «θεμέλια» τοῦ ὁρίζοντος. Ἐκεῖ ἦσαν μερικὰ «καθίσματα»*. Ἐκεῖ εἶχε φανῆ κάτι θολὸν καὶ μαῦρον. Ἦτον ἐκεῖνο τὸ ρύγχος τῆς τρικυμίας. Ὁ καπετὰν Τζώνης τὸ εἶδε, τὸ διέκρινε, καὶ τὴν ἀνεγνώρισεν. Ὀλίγα λεπτὰ παρῆλθον, καὶ ἡ τρικυμία ἐνεφανίσθη πάνοπλος, μὲ ὅλους τοὺς βρόντους καὶ τὰς ἠχούς της, μὲ ὅλα τὰ ρίγη καὶ τὰς φρικιάσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν κυμάτων.

― Μάινα γάμπιες*! μάινα μέσα-φλόκο*! ἀλέστα*!… Τίρα μόλα*!… Στὰ πόστα* σας!

Ἀπὸ τὴν κανδήλαν τὴν ἀχανῆ ἐκείνην κατῆλθεν ἡ βοή, ὁ ροῖβδος τῆς λαίλαπος, καὶ ἀπὸ τὸ κουφόβρασμα τὸ ὕπουλον ἀνέβη ὁ ρόχθος τῆς θαλάσσης, ζευχθέντα εἰς φοβερὸν ὑμέναιον, προσοχθοῦντα ἐπὶ τῆς ἐλεεινῆς σανίδος· ἦτον ὡς βέλασμα οἱονεὶ ἀπὸ χιλιάδας καὶ μυριάδας ἐρίφια ― κύματα, χαιτήεντα, φριξότριχα, κερασφόρα· καὶ ὁ Βορρᾶς, ὁ χιονόμαλλος βασιλεὺς τῶν χειμώνων, τὰ ἔσπρωχνε καὶ τὰ ἤλαυνεν ἐμπρός, κατὰ τοὺς βράχους πάντοτε καὶ τὰς ἐσχατιάς· ζητοῦντα νὰ εὕρουν τέρμα καὶ τέρμα δὲν εὕρισκον, εἰμὴ τὴν σανίδα τὴν ταλαίπωρον· καὶ τὴν κατεπάτησαν, καὶ τὴν ἔκαμαν δρόμον, βόσκοντα τὴν σκωρίαν της, λείχοντα τὰς πληγάς της, ροφῶντα τὴν δύναμίν της. Ἐν μέσῳ δὲ καὶ ὑπεράνω ὅλης αὐτῆς τῆς πάλης καὶ τῆς βοῆς, τὴν ὁποίαν συνετέλουν ἐπαναβαίνοντα τ᾽ ἀχθοφόρα κύματα, ἀντήχει ὡς θρῆνος ὀξὺς τὸ σφύριγμα τῶν τροχαλιῶν ὅμοιον μὲ τὴν ἀπηλπισμένην κραυγὴν πτωχῆς ἐρημικῆς κόρης, σπαρασσομένης τὸ δέμας, βιαζομένης τὴν τιμήν, ὑπὸ φαύλων βιαστῶν εἰς ἔρημον τόπον, ὑπὸ τὸ ὄμμα τοῦ πολυευσπλάγχνου καὶ παντοδυνάμου Κριτοῦ τοῦ καθημένου ἐπὶ τῶν Χερουβίμ, τοῦ βλέποντος ἀβύσσους.

― †Φίλα†* γάμπια*! τιμόνι σοφράν*!… Παίρνετε μπράτσα*! ἰ-πόντα*!

Ἀπὸ μπράτσο εἰς μπράτσο, ἀπὸ μαντάρι εἰς μαντάρι, ἐπηδοῦσαν ἀκαταπαύστως οἱ ναῦται, καὶ ὡς ἀράχναι, ὡς μυῖαι, ἐκολλοῦσαν στὰ διάφορα σχοινιά. Ἐν τοσούτῳ ὁ πλοίαρχος εἶχε διακρίνει μικρὸν σημεῖον ὑφέσεως ἤδη. Ἡ φουρτούνα ἔμελλεν ἐξ ἅπαντος νὰ «στρώσῃ». Θὰ ἦτον ὀλιγώτερον σφοδρὰ καὶ περισσότερον διαρκής.

― Πότζα-λα-μπάντα*! †Φίλα† γάμπια! Τιμόνι σοφράν!… Μόλα γάμπια! μόλα μαΐστρα*!

Ἡ φουρτούνα ἔγινεν ὁριστικῶς στρωτή, καὶ ἐπῆλθε μικρὰ ἀνάπαυλα. Οἱ σύντροφοι ἐσπόγγιζον τὸν ἱδρῶτά των, τὴν ἄχνην, τοὺς ἀφροὺς τοῦ κύματος.

Τὸ βρίκιον ἔπλεε μὲ μεγάλην ταχύτητα. Κατάρτια καὶ πινὰ* ἔτριζαν φοβερῶς. Ἐφαίνοντο ὅτι «τώρα θὰ πέσουν».

Ὁ καπετὰν Τζώνης ἤναψε τὴν πίπαν του, κ᾽ ἐστάθη ἀκουμβῶν ἐπάνω στὸ παραπέτο* τῆς πρύμνης.

*
* *

Δύο ναυτάκια ἐπλησίασαν σιγὰ-σιγὰ κοντὰ εἰς τὸν πλοίαρχον. Δὲν ἐφαίνοντο νὰ ἦσαν πολὺ κουρασμένοι ἀπὸ τὴν βάσανον, ἀπὸ τὴν ἀγγαρείαν τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ἡ τρικυμία. Ἦσαν ναυτομαραγκοί, ἀπὸ τὸ Ταϊγάνι ἐρχόμενοι, μᾶλλον ὡς ἐπιβάται.

―Ἔ, καπετάνιο, θὰ μᾶς βγάλῃς ἀπ᾽ κάτ᾽ στὴ χώρα ἐμᾶς;

― Θὰ μᾶς κάμῃς, καπετάνιο, τὴ χάρη;

― Κάλια τρίγκο!… Μόλα γάμπια, φλόκο! μόλα τρίγκο!

Ὁ πλοίαρχος ἀνέπνευσεν ἀνετώτερον, ἀφοῦ ἔδωκε καὶ τὸ τελευταῖον τοῦτο πρόσταγμα.

―Ἔ, καπετάνιο μ᾽;

― Νά ᾽χῃς πολλὴ ζωή, καὶ καλὰ ταξίδια.

― Τί λέτε, παιδιά;

Ὁ καιρὸς εἶχε στρίψει, σοροκολεβάντης. Πῶς νὰ σηκώσῃ πλώρην τὸ καράβι, νὰ παραστρατίσῃ; Πῶς νὰ πλησιάσῃ ἐκεῖ ποὺ ἔλεγαν τὰ δύο ναυτόπουλα;

― Τώρα εἶναι καιρός, παιδιά, ν᾽ ἀρμενίζουμε καταπάν᾽ τὸν ἀέρα;

― Μᾶς τό ᾽ταξες, καπετάνιο.

― Μᾶς τὸ εἶπες, καραβοκύρη μ᾽.

―Ἐλέγαμε δά, ἂν ἦτον καιρός, νὰ μᾶς πήγαινε σοφρὰν ἀπ᾽ τὰ Ρημονήσια. Τότε, θὰ μᾶς ἔδινε χέρι νὰ ζυγώσουμε κατὰ ᾽κεῖ. Τώρα, ἰδέτε πῶς μᾶς μπατάρει… καὶ ποῦ μᾶς σκαντζάρησε… κι ὅλο μᾶς ξεπέφτει.

Τὰ δύο ναυτομαραγκάκια ἔλαβον στάσιν. Ὁ ἕνας ἐκουνήθη ἐπάνω εἰς τὸ δεξιὸν σκέλος του. Ὁ ἄλλος ἐτάνυσε τὸν ἀριστερὸν βραχίονα.

― Αὐτὴ δὲν εἶναι καμμιὰ φουρτούνα ἀπ᾽ κεῖνες, καπετάνιο, εἶπεν ὁ πρῶτος, ὁ μεγαλύτερος καὶ ὑψηλότερος τῶν δύο, ὅστις ἔφερεν ἤδη ψηλαφητὸν μύστακα· αὐτὴ δὲν εἶναι μαύρη φουρτούνα, νά ᾽ρχεται ἀπὸ μακριά· εἶναι ἄσπρη φουρτούνα.

― Μάλιστα· αὐτὴ εἶναι, συνεπλήρωσεν ὁ δεύτερος, ὁ ἔχων τὸν μύστακα ἐπανθοῦντα ― εἶναι ἄσπρη φουρτούνα, κ᾽ ἔρχεται ἀπὸ κοντά.

― Δὲν εἶναι καμμιὰ φουρτούνα, κατάλαβες, αὐτή, νά ᾽ρχεται ἀπ᾽ ἀλάργα· κοίταξε τί κοκκώνα-θάλασσα, μπονάτσα-λάδι.

― Ἀλήθεια, ὑπεστήριξεν ὁ δεύτερος, ἄσπρη φορτούνα, μαθές· καμαρωμένη νύφη-θάλασσα.

Ὁ πλοίαρχος ἐμειδίασε λίαν καλόκαρδος. Αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἀνεγνώριζε μακρόθεν τὸ ρύγχος τῆς τρικυμίας ―τὴ μούρη της!― εἶχεν ἀνάγκην νὰ λαμβάνῃ μαθήματα ἀπὸ τοὺς νεωτέρους! Πλὴν δὲν ἐθύμωσε.

― Χὰ χὰ χά! Πολλὰ ξέρετ᾽, ἐσεῖς τὰ Σκοπελιτάκια.

Οἱ δύο ναυτομαραγκοὶ κατήγοντο πράγματι ἀπὸ τὴν Σκόπελον, τὴν νῆσον ἐκείνην ἥτις ἐξασκεῖ γλυκεῖαν μαγείαν ἐφ᾽ ὅλων τῶν τέκνων της, καὶ μεταβάλλει εἰς φανατισμὸν τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος· τὴν νῆσον, πρὸς ἔπαινον τῆς ὁποίας ὁ λόγιος καὶ ἐμπνευσμένος υἱός της Καισάριος ὁ Δαπόντες, συνέθεσε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑκατονταετηρίδα ἀσματικὸν κανόνα πρὸς τὸ Ἀνοίξω τὸ στόμα μου, ― κανόνα ἀρχόμενον ἀπὸ τὰς λέξεις «Κρασὶ Σκοπελίτικο».

Τὴν νῆσον τῶν νοσταλγῶν, εἰς τοὺς κόλπους τῆς ὁποίας διὰ νὰ ἐπανέλθουν τὰ φιλόστοργα τέκνα της, ἐπιβιβάζονται ἀπὸ τὸ Ταϊγάνι, ἀπὸ τὴν Βραΐλαν, ἀπὸ τὴν Ὀδησσόν, πρὶν παγώσουν τὰ νερά, χειμῶνα-καιρόν, ἢ εὑρίσκουν ἄλλο μέσον πορείας, ἐὰν ἐπάγωσαν ἤδη, καὶ ταξιδεύουν δύο μῆνας, τρεῖς μῆνας ―εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν ἱστίων― μόνον διὰ ν᾽ ἀξιωθοῦν νὰ φθάσουν ἐγκαίρως εἰς τὴν Σκόπελον διὰ νὰ ἑορτάσουν τὰ Χριστούγεννα, ἢ διὰ νὰ κάμουν ἀποκριές, καὶ γίνουν «μουτσοῦνες».

Τώρα δὲν ἤρχοντο πλέον Χριστούγεννα, εἶχαν περάσει κ᾽ αἱ Ἀπόκρεῳ. Ἦτο Μάρτιος μήν, καὶ ἤρχετο τὸ Πάσχα. Καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ξενιτευμένων εἶχον καταβῆ ἐγκαίρως εἰς τὴν πόλιν, ὅπως ἠμπόρεσαν.

Ἂν ἔκαμναν τόσην θυσίαν διὰ νὰ προλάβουν τὴν Ἀπόκρεων, πόσῳ μεγαλυτέραν θὰ ἔκαμναν διὰ τὸ Ἅγιον Πάσχα.

― Ἂς γίνῃ τὸ θέλημά σας, εἶπε τέλος ὁ καπετὰν Τζώνης. Ἔχετε ἀνθρώπους καὶ σᾶς καρτεροῦν, κι ἄμποτε νὰ σᾶς χαροῦν, παιδιά… Ἐμένα, ποιὸς…

Ἐμορμύρισε, καὶ πάραυτα ἐσιώπησε. Μικρὸν νέφος μελαγχολίας ἐφάνη σκιάζον τοὺς ὀφθαλμούς του· ὅμοιον μ᾽ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γεννᾷ τὴν τρικυμίαν, καὶ τὸ ὁποῖον οἱ λυγκεῖς τῶν θαλασσῶν βλέπουσιν ἐγκαίρως μακρόθεν.

― Τώρα θὰ κάμουμε ―ἐπανέλαβεν εἶτα ὁ πλοίαρχος― μιὰ βόλτα ὣς τὸν κάβο ἐκεῖ, κι ἄλλη μιὰ ὣς τὸ νησάκι πέρα… κ᾽ ἐσεῖς ἀλέστα!… Πάρτε τὴ σκαμπαβία*, ρίξετε τὰ πράματά σας μέσα… πηδᾶτε σβέλτα κι ἐσεῖς καὶ δυὸ κουπιά… καὶ μεθαύριο, ἂ θέλ᾽ ὁ Θεός, μᾶς στέλνετε τὴ σκαμπαβία πέρα, στὸ λιμάνι τὸ δικό μας… Καλὸ κατευόδιο, παιδιά· μὲ καλὸ νὰ κάμετε Λαμπρή!

― Εὐχαριστοῦμε πολύ, καπετάνιο· μὲ καλὸ νὰ πᾷς στὸ σπίτι σου· καὶ καλὰ ταξίδια· μάλαμα τὸ καρφί!

Ὕστερα ἀπὸ δύο ἢ τρεῖς βόλτες, τὰ δύο Σκοπελιτάκια κατεβίβασαν τὴν ἀποσκευήν των εἰς τὴν μεγάλην βάρκαν πηδῶντες καὶ χορεύοντες ἀπὸ τὴν χαράν των, ὅσον καὶ ἀπὸ τὴν φουσκοθαλασσιὰν τῶν κυμάτων. Κατερριχήθησαν καὶ αὐτοὶ κάτω, ἔπτυσαν εἰς τὰς χεῖράς των, καὶ ἔλαβον τὰς κώπας. Ἀπεῖχον δύο ἢ τρία μίλια, καταντικρὺ εἰς τὸν μῶλον τοῦ λιμένος τῆς πόλεώς των, καὶ μὲ σύντονον κωπηλασίαν δὲν θ᾽ ἀργοῦσαν νὰ φθάσουν.

― Καλὸ κατευόδιο, παιδιά!

― Καλὰ ταξίδια· καὶ καλὴ Ἀνάσταση!

*
* *

Ὅλην τὴν νύκτα ἔπλεε τὸ σκάφος μὲ τὰ ρεύματα. Ὁ ἄνεμος εἶχε κοπάσει, καὶ τὸ ἀπόγειον τῆς νυκτὸς ἐφύσα ἐλαφρά! Τὸ πρωί, μὲ τὰ γλυκοχαράματα, ὁ πλοίαρχος ἐξημερώθη εἰς τὸν λιμένα τῆς νήσου του.

Οἱ δύο ἐκεῖνοι γιγαντοφυεῖς ἀδελφοί, ὁ Ὦτος καὶ Ἐφιάλτης, οἵτινες εἶχον ἐπιχειρήσει τὸ πάλαι, ὡς διηγεῖται ὁ θεῖος Ὅμηρος, νὰ βάλουν τὴν Ὄσσαν ἐπάνω εἰς τὸν Ὄλυμπον, καὶ τὸ Πήλιον ἐπάνω εἰς τὴν Ὄσσαν, διὰ νὰ κάμουν σκάλαν ν᾽ ἀνεβοῦν εἰς τὸν οὐρανόν, ὅταν ἦσαν παιδία ἀνήλικα ἀκόμη, ἐγύμναζον τοὺς βραχίονάς των παίζοντες εἰς τὸν αἰγιαλὸν κάτω. Ἔπαιρναν μικρὰ χαλίκια πλακαρά, ἀνάλογα μὲ τὸ ἀνάστημά των καὶ ἔκαμναν «ψωμάκια», ρίπτοντες ταῦτα εἰς τὴν θάλασσαν, διὰ κυματοειδοῦς κινήσεως τοῦ πήχεως καὶ τῆς χειρός, ὡς διὰ σφενδόνης.

Ἀπὸ τὰ χαλίκια ἐκεῖνα τῶν δύο μικρῶν γιγάντων, τὰ ὁποῖα μετὰ πολλὰς ἐπιψαύσεις καὶ πτήσεις ἐπάνω εἰς τὰ κύματα, ἔπιπτον τέλος εἰς τὴν θάλασσαν· ἀπὸ τὰ «ψωμάκια» ἐκεῖνα ἐφύτρωσαν καὶ ἀνέθορον αἱ Σποράδες νῆσοι αἱ κοσμοῦσαι τὸ σμαράγδινον πέλαγος· ἡ Σκίαθος, ἡ Πεπάρηθος, ἡ Ἁλόννησος, καὶ τόσαι ἄλλαι.

Εἰς τὴν δευτέραν τῶν νήσων τούτων, τὴν ἀλλάξασαν τὸ ὄνομα, εἶχον ἀποβιβασθῆ τὴν ἑσπέραν τῆς χθὲς οἱ δύο ναυτομαραγκοί. Εἰς τὴν ἄλλην, τὴν τελευταίαν πρὸς δυσμάς, κατέπλευσεν ὁ καπετὰν Τζώνης μὲ τὸ σκάφος του.

*
* *

Πρὶν ἀράξῃ ἀκόμα τὸ βρίκιον, καθὼς ἔφερνε βόλτες ἐμπρὸς εἰς τὸν λιμένα, ἀνάμεσα εἰς τὰ τρία νησιά, εἰς τὸν κάβον τῆς Πούντας, καὶ γύρω-γύρω στὰ Μυρμήγκια, τὰς νανοφυεῖς ὑφάλους, ποὺ προέχουν δειλὰ τὰς μαύρας μικρὰς κεφαλάς των ἐν ὥρᾳ ἀμπώτιδος ― ἔφερνε καὶ ὁ πλοίαρχος βόλτες ἐπάνω στὸ κατάστρωμα, ἀνάμεσα εἰς τὸ ταμπούκιο* τῆς πρύμνης, κ᾽ εἰς τὴν χονδρὴν μπούμα* καὶ εἰς τὴν ὑψηλὴν ὑαλόφρακτον θήκην τῆς πυξίδος.

Τὸ βλέμμα του διευθύνετο ἀπλανὲς πρὸς ἓν σημεῖον, ἀνάμεσα εἰς τὰ λευκὰ σπιτάκια τοῦ ὡραίου χωρίου, τοῦ ἐσπαρμένου γραφικῶς ἐπὶ τοῦ λόφου, ὅπου διέπρεπεν εἰς τὸν μέσον, ὡς φρουρὸς ὄρθιος μὲ τὴν λόγχην του ὑψηλά, τὸ κωδωνοστάσιον τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας, ὁπόθεν ἐκτείνεται εἰς ὅλην τὴν κοίλην παραθαλασσίαν ἔνθεν καὶ ἔνθεν πρὸς βορρᾶν, καὶ πάλιν ἀναφέρει τὰ κράσπεδα πρὸς ἀνατολάς, ἐπὶ τῆς ἐσχατιᾶς τοῦ ἄλλου βραχώδους λόφου, τοῦ ἐπιστεφομένου ἀπὸ τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγ. Νικολάου τοῦ Θαλασσινοῦ.

Ἡ οἰκία τοῦ πλοιάρχου εὑρίσκετο ἐπὶ τοῦ δυτικοῦ λόφου, εἰς τὴν Ἄνω συνοικίαν. Ἐκεῖ δὲ προσηλοῦτο μᾶλλον κατηφὲς τὸ βλέμμα του.

Καθὼς ἄραξε τὸ πλοῖον, ἐνῷ τὸ πλήρωμα ἠσχολεῖτο εἰς τὴν συστολὴν τῶν ἱστίων καὶ τὴν λοιπὴν διευθέτησιν τοῦ σκάφους, κατέβη ὁ Τζώνης εἰς τὸν κοιτῶνά του, κάτω εἰς τὴν πρύμνην, βεβαίως διὰ ν᾽ ἀλλάξῃ καὶ φορέσῃ κοσμιώτερα ἐνδύματα, πρὶν ἀποβῇ εἰς τὴν ξηρὰν καὶ παρουσιάσῃ τὰ ναυτιλιακά του ἔγγραφα.

Πλὴν δὲν ἐβιάσθη ἀμέσως ν᾽ ἀλλάξῃ, ἐφαίνετο μᾶλλον αἰσθανόμενος μεγάλην ἀπροθυμίαν πρὸς τοῦτο, καὶ ὡς νὰ ἐπεθύμει ἀναβολήν, εἰ δυνατόν, τῆς ἀναγκαίας ἀποβιβάσεως εἰς τὴν ξηράν.

Ἀπὸ ἕνα συρτάρι ἔλαβε μίαν μικρὰν θήκην ἐκ ψευδαργύρου, καὶ ἀπ᾽ αὐτὴν ἔβγαλεν ἕνα χαρτὶ διπλωμένον. Δὲν ἦτο οὔτε ἡ ὑγειονομικὴ πιστοποίησις ἢ ἄδεια ἀπόπλου ἢ φορτωτική τις, οὔτε τὸ ἡμερολόγιόν του.

Τὸ πλοῖον ἤρχετο ἀπὸ τὴν Πόλιν κενὸν φορτίου, καὶ προσήγγιζεν εἰς τὸν γενέθλιον τόπον, προσχήματι μὲν διότι ἤγγιζε τὸ Πάσχα, πράγματι δὲ διότι ὁ πλοίαρχος ᾐσθάνετο ἀόριστον ἀνησυχίαν ὡς πρὸς τὰ οἰκιακά του πράγματα.

Τὸ χαρτίον, τὸ ὁποῖον ἐξήχθη ἀπὸ τὴν θήκην, ἦτον ἀρκετὰ τριμμένον, κ᾽ ἐφαίνετο νὰ εἶχε διαβασθῆ πολλάκις. Ὁ πλοίαρχος τὸ ἐξεδίπλωσε καὶ ἤρχισε νὰ τὸ διαβάζῃ ― ἴσως δι᾽ ἑκατοστὴν φοράν.

«Γαμβρέ μου καπετὰν Τζώνη, σὲ χαιρετῶ.

»Πρῶτον ἔρχομαι νὰ ἐρωτήσω διὰ τὸ αἴσιον, κτλ. Ἐγώ, γαμβρέ μου, ἐνόμιζα, ὅταν σοῦ ἔδωκα τὴν κόρην μου, πὼς ἐσὺ ἤσουν ἄνθρωπος ἀπ᾽ ἀνθρώπους, μὰ ὣς τόσο βγῆκα γελασμένη, καὶ τουλόου σου ἀποδείχθης πὼς δὲν ἔχεις φιλότιμο. Ἐμένα τὸ κορίτσι μου ἦτον ἀπ᾽ τὸ πρῶτο σόι, κι ὅπου ἀρωτήσῃς, μᾶς ξέρουν ὅλοι τί εἴμαστε· οἱ Καχιωταῖοι, μὲ τ᾽ ὄνομα. Κ᾽ ἐγὼ θάρρεψα πὼς κάτι ἤσουν, κι ἄνοιξα τὶς πόρτες, καὶ σ᾽ ἔβαλα στὸ σπίτι μου, κ᾽ ἐσὺ βγῆκες ἕνας ἄνθρωπος ἄχαρος κι ἀνωφέλευτος. Στὸ γράμμα ποὺ εἶχες στείλει, εἶδα νὰ γράφῃς πὼς βαρέθηκες πλιὰ νὰ στέλνῃς τῆς γυναίκας σου, ἐπειδὴς μᾶς ἔχει ὅλους στὸ σπίτι καὶ μᾶς ταΐζεις, ἐμένα καὶ τὶς δυὸ κόρες μου, κι ὅτι πὼς τουλόου σου ἐπίστεψες πὼς ἐπῆρες μιὰ κ᾽ ἐπῆρες τέσσερες… (Ἐδῶ ὑπῆρχε μία μεγάλη μουντζούρα, σχεδὸν πέρα-πέρα, εἰς τὰ τρία τέταρτα ἑνὸς στίχου τῆς ἐπιστολῆς· ἐὰν ὁ πλοίαρχος ἦτον ἀρκετὰ περίεργος ὥστε νὰ προσπαθήσῃ νὰ διαβάσῃ ὑπὸ τὴν πυκνὴν κηλῖδα τῆς μελάνης, θὰ διέκρινε τὰς λέξεις· «ποὺ νὰ σὲ πάρουν τέσσεροι». Φαίνεται ὅτι ἡ ὑπαγορεύουσα μετεμελήθη, καὶ παρήγγειλεν εἰς τὴν γράφουσαν νὰ σβήσῃ τὴν φράσιν.) κι ὅτι δὲ βαστᾷς ν᾽ ἀκοῦς νὰ γελᾷ ὁ κόσμος μὲ τὰ καμώματά μας. Ἀγέλαστος κι ἀγλύκατος* ποὺ εἶσαι! Καὶ τί ἔστειλες, κακόμοιρε, τῆς γυναίκας σου, καὶ τὸ χτυπᾷς; Μήπως ἔστειλες καὶ σὺ δυὸ πῆχες χρυσάφι, τὸ ποδογύρι* τὸ χρυσό, ἢ τὸ φουστάνι τ᾽ ἀτλαζένιο ἢ τῆς ἔβαλες τὴν κορώνα, ἢ τῆς ἔστειλες κανένα ἀκριβὸ διαμαντικὸ ἢ ἄλλο τίποτες; Τόσα χρόνια, ἀσπροῦ πρᾶμα ἀπὸ σένα δὲν εἶδε. Κι ἂν εἶχες φιλότιμο, ἔπρεπε νὰ τὸ συλλογιστῇς μόνος σου, νὰ πῇς, στὸ σπίτι ποὺ μβῆκες, ποὺ δὲν ἤσουν ἄξιος νὰ φιλήσῃς τὸ ψαθὶ τοῦ σκαλοπατιοῦ.

»Καλὰ τὸ λένε, ποτὲ νὰ μὴν κατεβαίνῃ ὁ ἄνθρωπος ἀπ᾽ τὴ σκάλα* του. Ἐγὼ θέλησα νὰ κατεβῶ, καὶ σ᾽ ἐπῆρα σένανε, κ᾽ ἐνόμιζα πὼς θὰ βγῇς ἄνθρωπος νὰ μοῦ τὸ γνωρίσῃς, μὰ γελάστηκα. Κ᾽ ἐσὺ δὲν ἔστειλες οὔτε μισὴ ντουζίνα κουταλάκια τοῦ γλυκοῦ τῆς γυναίκας σου, καὶ δὲν τῆς ψώνισες ποτέ σου μιὰν ἀσημένια κούπα, ἕναν καλὸν καθρέφτη, ἕνα σκρίνι, ἕνα λαχουρί*, ἕνα τίποτες. Καὶ δὲν τῆς πῆρες ποτέ σου μιὰν καλὴ καρφίτσα, ἢ ἕνα ζευγάρι σκουλαρίκια μὲ μαργαριτάρι, ἢ ἕνα μαλαμοκαπνισμένονε σταυρό, ἢ ἕνα βραχιόλι, ἢ ἄλλο τίποτες. Ἄλλο ἀπ᾽ τὸ ἀσημένιο δακτυλίδι, καὶ τὸ ρολόι μὲ τὴν καδένα, καὶ μιὰ καρφίτσα σκέτη, καὶ τὰ σκουλαρίκια ποὺ τὴν ἐφίλεψες πρὶν τὴν στεφανωθῇς, καὶ τὰ βραχιόλια ποὺ τῆς ἔστειλες τὴν πρώτη χρονιά, καὶ μιὰ κούπα τοῦ γλυκοῦ μὲ δυὸ πιατάκια, καὶ κουταλάκια ἀρζαντό, ἄλλο τίποτες δὲν τῆς ψώνισες.

»Καὶ γράφεις ὅτι πὼς βαρέθηκες τάχα τὰ ἔξοδα, καὶ πὼς τάχα μᾶς ταΐζεις ὅλες στὸ σπίτι. Ἐμεῖς στὸ σπίτι τῆς κόρης μου δὲν καθόμαστε, μόνο συντροφιὰ τῆς κάνουμε, νὰ μὴ μένῃ μονάχη της μὲ τὰ δυὸ μικρὰ παιδιά της· κ᾽ ἡ κόρη μου μονάχη της κλαίει σὰν κάμουμε νὰ φύγουμε, καὶ μᾶς περικαλεῖ νὰ μένουμε πάντα κοντά της. Καὶ τουλόου σου σὰν ἔρχεσαι στὸ χωριό, πάλι ἐμεῖς συντροφιὰ τῆς κάνουμε, καὶ στὸ σπίτι μας μαζωνόμαστε πάντα. Κι ἂν δὲ σ᾽ ἀρέσῃ, κάνεις καλὰ νὰ τὴν χωρίσῃς τὴν κόρη μου, κι ἄφσε καὶ τὰ δυὸ παιδιά, ἐμεῖς τ᾽ ἀναθρέφουμε. Εἰ δὲ μὴ καὶ θέλῃς πάλε νὰ μένῃ μονάχη της στὸ σπίτι ἡ γυναίκα σου, τότες φρόντισε νὰ τῆς πάρῃς δούλα, νὰ τῆς στέλνῃς καὶ λίρες πολλές, γιὰ νὰ ζωοθρέφεται αὐτὴ καὶ τὰ παιδιά της, μὲ τὴ δούλα μαζί· γιατὶ ἐμεῖς ὅλες τὶς δουλειές της τὶς κάνουμε τζάμπα, κι ἀσπροῦ πρᾶμα ἀπὸ τ᾽ αὐτὴν κι ἀπὸ τ᾽ ἐσένα ποτές μας δὲν εἴδαμε. Ἀλλοιῶς, φωτιὰ καὶ μπούλμπερη ὅ,τι κι ἂν κάμῃς, κι ὁ κόσμος θὰ γελάσῃ μὲ τ᾽ ἐσένανε…»

Ἡ ἐπιστολὴ ἐξηκολούθει σχεδὸν εἰς δύο σελίδας ἀκόμη μὲ τὸν αὐτὸν τόνον, καὶ εἰς πᾶν ἥμισυ σελίδος ἐπανελάμβανεν ὡς ἔγγιστα τὰ αὐτά. Πεντάκις τοὐλάχιστον ὑπῆρχεν ἐν τῷ κειμένῳ ἡ ὑπόμνησις διὰ τὸ «σόι» καὶ τὴν κοινωνικὴν βαθμίδα. Ὁ χαρακτὴρ ἦτο λεπτὸς ἀλλ᾽ ἄκομψος, προφανῶς κορασίδος, μαθητρίας τοῦ σχολείου, πλὴν δὲ ἄλλων ἀνορθογραφιῶν εἶχε γδὸ ἀντὶ δυό, παιδγά, ἀντὶ παιδιά, μνὰ (μιὰ) καὶ φωτχὰ (φωτιά).

Ὁ καπετὰν Τζώνης καὶ ἄλλοτε τὸ εἶχεν ἀναγνωρίσει ὅτι ἦτο «κοριτσίσιο γράψιμο», ἴσως μάλιστα ὑπέθετε μετὰ βεβαιότητος καὶ ποία μικρὰ γειτονοπούλα νὰ τὸ εἶχε γράψει, καθ᾽ ὑπαγόρευσιν τῆς γραίας. Καὶ τώρα, μετὰ τὴν τελευταίαν ἀνάγνωσιν, ἐψιθύρισεν:

―Ἑπόμενο εἶναι, τώρα ποὺ βγαίνουν καὶ τὰ κορίτσια μας φωστῆρες ἀπ᾽ τὰ σκολειά, νὰ βρίσκουν κ᾽ οἱ πεθεράδες μας γραμματικοὺς γιὰ νὰ γράφουν τέτοια γράμματα!

Δὲν ἐπανέφερε τὸ χειρόγραφον εἰς τὴν θήκην, ἐξ ἧς τὸ εἶχε λάβει, ἀλλὰ τὸ ἔβαλεν εἰς τὴν ἀπὸ-μέσα τσέπην ἑνὸς καθαρίου μαύρου ἐπανωφορίου, τὸ ὁποῖον ἐκρέματο πλησίον ἐκεῖ, δίπλα εἰς τὴν κοκέταν τοῦ ὕπνου του. Συγχρόνως δὲ ἤρχισε ν᾽ ἀλλάζῃ τὰ ἐνδύματά του καὶ συνεχίζων μεγαλοφώνως τοὺς λογισμούς του ἐπανέλαβε:

― Τώρα, ἂν ἤξευρεν ἡ ἴδια γράμματα, θὰ ἔγραφε ποτὲ τέτοιο γράμμα;… Ἢ μήπως θὰ ἔγραφε… χειρότερο;

Ἴσως ἤθελε νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ ὑπαγορεύων, μὴ ἔχων συνείδησιν ὅτι γράφει κάτι τι, ἀλλὰ μόνον ὅτι τὸ λέγει, δύναται νὰ ὑπαγορεύῃ εὔκολα ὅ,τι δήποτε· ἐνῷ, ὁ γράφων καθ᾽ ὑπαγόρευσιν, καὶ μάλιστα ἂν εἶναι ἀνήλικος, ἀδυνατεῖ νὰ σταθμήσῃ τὴν εὐθύνην, εὑρίσκει δὲ τὸ πρᾶγμα ἁπλῶς ἀστεῖον καὶ καινοπρεπές. Ἢ μήπως τοὐναντίον συμβαίνει, καὶ ὁ ὑπαγορεύων, ἐπειδὴ ἐκφώνως ἀπαγγέλλει, αἰσθάνεται τοῦτο ὡς χαλινὸν ἐγκρατείας, ἐνῷ ἂν ὁ ἴδιος ἔγραφε, θὰ ᾐσθάνετο ὡς νὰ ἔπραττέ τι ἐν παραβύστῳ καὶ ἄνευ μαρτύρων;

Ἐφόρεσε τὸ ἴδιον ἐκεῖνο ἐπανωφόρι, εἰς τὸ θυλάκιον τοῦ ὁποίου εἶχε βάλει τὸ γράμμα τῆς πενθερᾶς. Τὴν ἰδίαν στιγμήν, ὡς νὰ μετεμελήθη, μὲ βίαιον κίνημα ἀνέσυρε τὸ γράμμα, τὸ ἔσχισεν ἀμελῶς, διπλωμένον ὅπως ἦτον, εἰς τεμάχια, καὶ τὰ ἔρριψε κάτω.

Φαίνεται ὅτι ὁ μοῦτσος, ὅταν κατέβη νὰ σκουπίσῃ, μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ πλοιάρχου, εὗρε τὰ τεμάχια, καὶ τὰ ἐμάζεψεν. Ἐπειδὴ δὲ εἶχε συνήθειαν νὰ προσπαθῇ νὰ διαβάζῃ ὅ,τι βρῇ, διὰ νὰ μὴ ξεχνᾷ τὸν συλλαβισμόν, τὸν ὁποῖον εἶχε μάθει εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, συνηρμολόγησε τὰ τεμάχια, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ συλλαβίζῃ.

Ὁ πλοίαρχος ἔλαβε τὰ ναυτιλιακά του ἔγγραφα, καὶ ἡτοιμάσθη νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν ξηράν, ἐκάλεσε τὸν λοστρόμον, καὶ τοῦ ἔκαμε συστάσεις νὰ κρύψῃ ὅ,τι ἦτον διὰ κρύψιμον, «ἐπειδὴ τώρα-τώρα θά ᾽ρθουν τὰ φαραώνια*· ὅπου κι ἂν εἶναι, πλάκωσαν!» ― καὶ νὰ φυλάξῃ εἰς πρόχειρον μέρος μόνον γαλέτες καὶ κρέας σαλάδο, καὶ ὅ,τι ἄλλο εἶχαν, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦσε χωρὶς ἄλλο νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ τὰ «φαραώνια».

Ἐνῷ ὁ λοστρόμος ἠσχολεῖτο εἰς τὰς ἑτοιμασίας αὐτάς, κάτω εἰς τὸν θαλαμίσκον, ἤκουσε κατά τινα στιγμὴν τὸν πλοίαρχον νὰ μορμυρίζῃ, μασῶν τὰς λέξεις:

― Τὸ παπὰ καὶ τὸ λιλί!… λιλὶ καὶ παπά!… μόνον αὐτὰ ἔχουν στὸ νοῦ τους!

― Τί λές, καπετάνιο; τὸν ἠρώτησεν ὁ ναύκληρος.

Ὁ πλοίαρχος ἐδάγκασε τὰ χείλη, ὡς μὴ θέλων νὰ προδώσῃ τοὺς λογισμούς του· εἶτα πάλιν ἐφαιδρύνθη, καὶ εἶπε:

― Τί νὰ πῶ, καημένε γερο-Νικόλα, καὶ σύ; Νά, ἀτλαζένιο φουστάνι, ποδογύρι χρυσό, βραχιόλια, σκουλαρίκια, χαλκάδες στὴ μύτη, καὶ τὰ ρέστα… Τῆς ἔφερες ἐσὺ τίποτε ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ τῆς γριᾶς σου ἢ τῆς κόρης σου;

― Τώρα, μ᾽ αὐτὰ τὰ κεσάτια, καπετάνιο! μήπως μπορεῖ κανεὶς νὰ κάμῃ καὶ τίποτε μπακοτίλια*, νὰ βγάλῃ κανένα λεπτό; Πῶς νὰ γλυτώσῃ ἀπ᾽ τὰ φαραώνια, ποὺ ἔλεγες τώρα;

― Ἀλλοίμονό σου, κακόμοιρε! θὰ σὲ βγάλῃ ἔξω κ᾽ ἐσένα, καθὼς…

Καὶ ἔκοψεν ἀποτόμως τὴν ὁμιλίαν.

Ἡ βάρκα ἡ μικρή, καθελκυσθεῖσα εἰς τὴν θάλασσαν, ἐπερίμενε τὸν πλοίαρχον. Κατέβη καὶ μὲ δύο κωπηλατοῦντας ναύτας προσήγγισεν εἰς τὴν ξηράν.

Ὁ Δημήτρης τῆς Σοφούλας ―οὕτως ἐκαλεῖτο κοινῶς ὁ γερο-Φτελιανός― καὶ ἂν ἐπαύετο, δὲν ἔφευγε ποτὲ ἀπὸ τὴν νῆσον. Πρῴην φύλαξ τοῦ ὑγειονομείου, τοῦ λοιμοκαθαρτηρίου, κτλ., καὶ γνωρίζων ἀπὸ γραφειοκρατικὴν ἀγγαρείαν, καὶ τυραννίαν, ἐχρησίμευεν εἰς ὅλους τοὺς λιμενάρχας, ὑγειονόμους καὶ τελώνας, οἵτινες τὸν εἶχον ὡς «δεξὶ χέρι». Οὗτος ἐπερίμενε τὸν πλοίαρχον εἰς τὴν «καραντίναν». Ὁ Δημήτρης ἔβαλε τὰ γυαλιά του, ἔκυψε, καὶ ἀνέγνωσε τὴν πιστοποίησιν κτλ. χωρὶς νὰ θίξῃ τὸ χαρτίον. Ὑπέβαλε τὸν πλοίαρχον εἴς τινας διατυπώσεις, τοῦ ἀπηύθυνεν ἐρωτήσεις τινάς, καὶ συγχρόνως ἐδήλωσεν ὅτι δὲν χρειάζεται «ἐξομολόγησις», ἐπειδὴ ὁ λόγος τοῦ πλοιάρχου ἀρκεῖ· εἶτα ἔτεινε τὴν χεῖρα καὶ προσεῖπε πρῶτος τὸ «Καλῶς ὥρισες».

Πάραυτα, μὲ τὴν ἐπιστροφὴν τῆς βάρκας εἰς τὸ πλοῖον, ἐπέβησαν ἐπ᾽ αὐτῆς τελωνοφύλακες, λιμενοφύλακες, καὶ λοιποί· οὗτοι ἦσαν τὰ «φαραώνια», ὅπως τοὺς ὠνόμαζεν ὁ καπετὰν Τζώνης, καὶ ἀπήρχοντο εἰς τὸ πλοῖον διὰ τὴν ἀπαραίτητον «ἐπίσκεψιν». Εἶχον δὲ πολὺ μεγάλα καὶ πλατιὰ ἀμαυροῦ χρώματος μανδήλια, καὶ τσέπες πολὺ βαθιές. Τὰ μανδήλια ταῦτα ἦσαν τὸ μόνον εἶδος τὸ ὁποῖον ἠγόραζάν ποτε· ἐλέγετο μάλιστα ὅτι τὰ παρήγγελλον εἰδικῶς, δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖον ἐργοστάσιον.

Ὁ πλοίαρχος θὰ ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ ἐπιστρέψῃ ἐν συνοδίᾳ αὐτῶν ὀπίσω εἰς τὸ πλοῖον. Ἀλλ᾽ ἐκεῖνοι φιλοφρόνως τοῦ εἶπον:

― Μὴν πειράζεσαι, καπετάνιο, νά ᾽ρθῃς τουλόγου σου· τὰ καταφέρνουμε πολὺ καλά, ἐμεῖς, μὲ τὸ λοστρόμο· ἴσως νὰ θέλῃς νὰ πᾷς στὸ σπίτι σου.

Νὰ πάῃ στὸ σπίτι του! Καθὼς πρωτύτερα θὰ ἐπροτίμα νὰ βραδύνῃ ν᾽ ἀποβιβασθῇ εἰς τὴν ξηράν, οὕτω καὶ τώρα θὰ ηὔχετο ν᾽ ἀργήσῃ νὰ πάῃ στὸ σπίτι του! Ἐκάθισεν εἰς τὸ πρῶτον καφενεδάκι τῆς παραθαλασσίας, κ᾽ ἐδέχετο τὰς δεξιώσεις καὶ τὰ «καλῶς ὡρίσατε» ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀγορᾶς, τῶν συναδέλφων θαλασσινῶν καὶ τῶν χερσαίων, τῶν ἐντοπίων καὶ τῶν ξένων. Ἐκάπνισε ναργιλέν, ἔπιε δύο καφέδες, δὲν ἠθέλησε νὰ πίῃ παραπάνω ἀπὸ ἕνα ρακὶ διὰ τὰ «μουσαφιρλίκια» ― μ᾽ ὅλον ὅτι θὰ ἐπεθύμει νὰ ἠμποροῦσε νὰ πίῃ!

Τέλος «ἔκαμε καρδιὰ» κ᾽ ἐσηκώθη νὰ πάῃ στὸ σπίτι του.

*
* *

Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὸ Πάσχα, ὁ πλοίαρχος Τζώνης ἐπεβιβάζετο ἐκ νέου διὰ ν᾽ ἀποπλεύσῃ.

Ὁ καιρὸς ἐφαίνετο ἄσχημος. Συννεφιασμένος ἦτον ὁ οὐρανὸς καὶ ἄστατοι ἄνεμοι ἔπνεον. Τὴν ὥραν ποὺ ἔφθασεν ὁ πλοίαρχος εἰς τὸ πλοῖον, ἐνῷ τοῦτο ἦτον στὰ πανιὰ κ᾽ ἔκαμνε βόλτες, ὁ γερο-Νικόλας ὁ ναύκληρος ἵστατο παρὰ τὴν πρύμνην, κ᾽ ἐκοίταζεν ἀνήσυχος κατὰ τὸν κόλπον, ὅπου θὰ ἔστρεφε πρῷραν μετ᾽ ὀλίγον τὸ σκάφος.

― Μπουρίνια θά ᾽χουμε, καπετάνιο, εἶπε.

― Μπουρίνια! τόσο καλύτερα, εἶπεν ὡσὰν ἀφηρημένος ὁ πλοίαρχος.

― Τί λές!

― Θεὸς νὰ μᾶς φυλάῃ ἀπ᾽ τὶς μπόρες τῆς στεριᾶς, γερο-Νικόλα.

Ὁ ναύκληρος τὸν ἐκοίταξε περιέργως, ἐπειδὴ κάτι ἤξευρεν ἢ ὑπώπτευεν. Ἐν τούτοις δὲν εἶχον γνωσθῆ πολλὰ πράγματα εἰς τὸ χωρίον, ὅσον ἀφορᾷ τὰ οἰκιακὰ τοῦ πλοιάρχου. Ὁ ἴδιος ἦτον κρυφός, ἐπειδὴ ἐντρέπετο τὸν κόσμον, καὶ δὲν ἤθελε νὰ γνωρίζουν οἱ ἄλλοι τίποτε ὅσον ἀπέβλεπε τὰ τῆς ἀριστερᾶς πλευρᾶς του. Ἀπὸ τὴν πεθεράν του κάτι θὰ ἠδύνατο νὰ διαδοθῇ, ἀλλ᾽ ὁ καπετὰν Τζώνης δὲν ἐχωράτευε.

Διηγοῦντο ὅτι μίαν ἑσπέραν, τώρα τὰ Λαμπρόγιορτα, εἰς τὴν οἰκίαν του, ὁ ἴδιος εἶχε πιάσει τὴν πεθεράν του ἀπὸ τὸν λαιμόν. Πλὴν δὲν τὸ ἔκαμε διὰ νὰ τὴν πνίξῃ, ἄπαγε! ―καθὼς διεμαρτύρετο ὁ ἴδιος πρὸς ἕνα φίλον του πολὺ πιστὸν καὶ πολὺ κριτικόν― ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ πνίξῃ τὰς φωνάς της. Ἐπειδὴ ἔβγαζεν, ἡ εὐλογημένη, κάτι φωνὰς ὀξείας, ὑστερικάς, ἀνοήτους. Ὕστερον ἠκούσθησαν κλαυθμοί, κατόπιν ἐπῆλθον πολλὰ σιοὺτ σιοὺτ πολὺ σύντονα καὶ ἐπιτακτικά, καὶ τέλος σιωπὴ ἄκρα.

Ὅλα ταῦτα τὰ ἔκαμνε διὰ νὰ μὴν τὸν ἀκούσῃ ἡ γειτονιὰ καὶ μάθῃ τίποτε ὁ κόσμος· ἐπειδὴ ἡ γειτονιὰ οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ κατάσκοπος, καὶ ὁ κόσμος, τύραννος, βασανιστὴς ἀνηλεής ―καθὼς διεβεβαίου τὸν φίλον του― ἐπειδὴ ἐντρέπετο, πολὺ ἐντρέπετο τοὺς φίλους καὶ τὸν ἴδιον ἑαυτόν του.

Καὶ ὅλα ταῦτα, ὅλαι αὐταὶ αἱ οἰκιακαὶ σκηναί, δὲν ἦσαν μεγάλα πράγματα· οὐδὲ ὑπῆρχε, τὴν ἀλήθειαν νὰ εἴπωμεν, μῶμός τις ἢ βαθεῖα κηλὶς εἰς τὴν οἰκίαν. Μόνον μικρολογίαι, παράπονα, ἡ αἰωνία ἐχθρὰ τῆς ἡσυχίας τῶν ἀνδρογύνων, ἡ γκρίνια, ἡ ἀπαίσιος γκρίνια!

Τέλος, τὰ πράγματα εἶχον ἡσυχάσει· καὶ ἡ σύζυγος ὑπεσχέθη εἰς τὸ μέλλον νὰ εἶναι φρονιμωτέρα ἀπὸ τὴν μητέρα της. Καὶ ὁ Τζώνης ἐπεβιβάζετο εἰς τὸ πλοῖόν του, διὰ νὰ ταξιδεύσῃ.

― Τί μὲ κοιτάζεις, γερο-Νικόλα; εἶπε. Μήπως δὲν ὑπάρχουν τάχα μπόρες καὶ στὴ στεριά;… Πιὸ καλὴ εἶν᾽ ἡ θάλασσα… Κοκκώνα θάλασσα, μιὰ φορά!

Καὶ ὁ πλοίαρχος ἐκάγχασε.

― Γιὰ θυμήσου, εἶπε, τὰ δυὸ ἐκεῖνα παιδιά, τὰ Σκοπελιτάκια, ποὺ τοὺς δώκαμε τὴ σκαμπαβία τὶς προάλλες στὸ πέλαγο, γιὰ νὰ πᾶν στὸν τόπο τους… Δὲν τοὺς ἄκουσες ἐσὺ τί νόστιμα τὰ ἔλεγαν: «Ἄσπρη φουρτούνα, κοκκώνα θάλασσα, νύφη καμαρωμένη!» Πῶς δὲν εἶπαν καὶ πεθερά!

Ὁ γερο-Νικόλας ἐγέλα.

― Τί γελᾷς; ἄκουσες κανένα παράξενο; Μάλιστα· κοκκώνα θάλασσα… πεθερά.

Ὁ ναύκληρος ἐκάγχασεν ἀκρατήτως.

― Μὰ τί γελᾷς; Μὰ βέβαια… κοκκώνα θάλ…

Ὁ πλοίαρχος ἠθέλησε καταρχὰς νὰ εἴπῃ: «Κοκκώνα-θάλασσα, φουρτούνα-πεθερά».

Ἀλλ᾽ ἐδάγκασε τὴν γλῶσσάν του, καὶ διώρθωσε μεγαλοφώνως:

― Μάλιστα· φουρτούνα-θάλασσα, κοκκώνα-πεθερά!

(1900)

Πληροφορίες

  • Τίτλος
    Άπαντα, τόμος 3
  • Κριτική έκδοση
    Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
  • Εκδόσεις
    ΔΟΜΟΣ
  • Τοπο χρονολογία
    Αθήνα 1984
  • Έτος πρώτης δημοσίευσης
    1900
  • Σελίδες
    281-292

Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών

Τ.Θ. 3393 , Τ.Κ. 10210
210 360 55 32
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Μέγας Δωρητής

3.png7.png5.png1.png7.png1.png

Εγγραφή στο ενημερωτικό δελτίο


© 2020 Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών
Ο ιστοχώρος φιλοξενείται από το Κέντρο Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του ΑΠΘ