Μυθιστορήματα

Ἡ Γυφτοπούλα [μέρος I] (1884)

Ἡ Γυφτοπούλα [μέρος I] (1884)

Ἡμέραν τινὰ βοσκός τις ἀπώλεσεν ἐπὶ τῶν ὀρέων τῆς Λακωνικῆς ἐρίφιόν τι ἐκ τῆς ἀγέλης του. Ἀναζητῶν αὐτὸ μεταξὺ τῶν φαράγγων καὶ δρυμῶν, ἔφθασεν εἰς κρημνῶδές τι μέρος, δι᾽ οὗ δὲν εἶχεν ἄλλοτε διαβῆ, καὶ παρετήρησεν ὅτι τὸ ἔδαφος ἐκρότει ὑποκώφως ὑπὸ τοὺς πόδας του. Ἐρευνήσας μετὰ προσοχῆς ἀνεκάλυψε βαθεῖαν ὀπὴν κρυπτομένην ὑπό τινας θάμνους. Ἔρριψε λίθον καὶ μόλις ἤκουσε τὸν κρότον τῆς πτώσεως. Ὁ πυθμὴν δὲν ἦτο ὁρατὸς ἕνεκα τοῦ σκότους. Ὁ βοσκὸς ἦτο τολμηρός, ἐξετύλιξε τὸ σχοινίον, ὅπερ ἔφερε περὶ τὴν ὀσφὺν διὰ σκοποὺς χρησίμους εἰς τὸ ἐπάγγελμα καὶ προσέδεσε λίαν σφιγκτῶς τὴν ἄκραν αὐτοῦ εἰς τὸν κορμὸν σχοίνου, τὸ δὲ μῆκος τοῦ σχοινίου κατεβίβασεν εἰς τὸ βάθος τῆς ὀπῆς. Εἶτα πτύσας εἰς τὰς παλάμας του καὶ τρίψας πρὸς ἀλλήλας τὰς χεῖρας, ἐκρεμάσθη εἰς τὸ βάθος τοῦ κοιλώματος, κρατῶν ἠρέμα τὸ σχοινίον. Ὅτε ἔφθασεν εἰς τὸν πυθμένα, ἐξέβαλεν ἐκ τοῦ κόλπου του τὸν πυρίτην λίθον, τὸν χάλυβα καὶ τὴν ἴσκαν καὶ ἤναψε δᾷδα. Ἐρευνῶν εἰς τὰ ὑποχθόνια ἐκεῖνα σκότη, εὗρε δύο ἢ τρία ἀγάλματα θεῶν, τὸν Ἀπόλλωνα, τὴν Ἥραν καὶ τὸν Δία. Δὲν ἐγίνωσκε τὴν ἀξίαν των, ἀλλὰ παρετήρει περιέργως αὐτά. Εἶτα ἀνεκάλυψε τὴν κυρίαν εἴσοδον τοῦ σπηλαίου καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὸ φῶς, χωρὶς πλέον νὰ λάβῃ ἀνάγκην τῆς διὰ τοῦ σχοινίου ἀναρριχήσεως. Ταῦτα συνέβησαν περὶ τὰ μέσα τῆς παρελθούσης ἑκατονταετηρίδος.

Τὰ τρία ἀγάλματα ἦσαν ἐκ τῶν περικαλλεστάτων, ὅσα παρήγαγέ ποτε ἡ ἀρχαία τέχνη. Ἀγνοῶ ποῖα μαῦρα πελάγη διέπλευσαν καὶ εἰς ποῖον μουσεῖον τῆς Ἑσπερίας διεπεραιώθησαν τὰ κειμήλια ταῦτα. Ἂν κατωρθώθη νὰ μείνωσιν ἐπὶ τοῦ πατρίου ἐδάφους, θὰ ἦτο τοῦτο ἀναμφιβόλως τὸ ὕστατον θαῦμα τῶν ταλαιπώρων ἐκείνων θεῶν.

Τὸ σπήλαιον ὑπῆρξε κατοικία τοῦ τελευταίου τῶν ἑλλήνων φιλοσόφων, τοῦ ὀψίμου ἀναμορφωτοῦ τῆς ΙΕ´ ἑκατονταετηρίδος. Περίεργον εἶναι ὅτι ἡ περὶ τοῦ σπηλαίου τούτου παράδοσις δὲν ἀπώλετο, ἐνῷ τὸ σπήλαιον αὐτὸ ἦτο ἄγνωστον μέχρι τῆς τυχαίας ἀνακαλύψεως αὐτοῦ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ παρά- δοσις ἀνεγεννήθη ἐκ τῆς τέφρας της κατὰ τὸν προλαβόντα αἰῶνα, ἀφοῦ πρότερον ἐπὶ μακροὺς χρόνους εἶχε ταφῆ. Πιθανώτερον δὲ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ δευτέρα παράδοσις διαφέρει τῆς ἀρχαιοτέρας. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τοῦτο, φίλος τις συνέλεξεν ἐκ τοῦ στόματος τῶν περιοίκων ἀγροτῶν πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς παραδόσεως. Ἐφιλοτιμήθη δὲ νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὰς σημειώσεις του ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ μνημονεύσω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐν τῇ παρούσῃ ἐκδόσει. Ἀλλ᾽ ὅμως δὲν δύναται νὰ μοὶ ἀπαγορεύσῃ καὶ τὴν δημοσίαν ἔκφρασιν τῆς εὐγνωμοσύνης μου.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

Συνέχεια... (Μέρος II)

Πληροφορίες

  • Τίτλος
    Άπαντα, τόμος 1
  • Κριτική έκδοση
    Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
  • Εκδόσεις
    ΔΟΜΟΣ
  • Τοπο χρονολογία
    Αθήνα 1981
  • Σελίδες
    345-658
  • Έτος πρώτης δημοσίευσης
    1884

Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών

Τ.Θ. 3393 , Τ.Κ. 10210
210 360 55 32
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Μέγας Δωρητής

3.png7.png5.png7.png1.png0.png

Εγγραφή στο ενημερωτικό δελτίο


© 2020 Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών
Ο ιστοχώρος φιλοξενείται από το Κέντρο Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του ΑΠΘ